Τρίτη, 23 Απριλίου 2013

Ιλιάδα :Η Ελένη στη Νεοελληνική ποίηση


http://www.slideboom.com/presentations/448508/%CE%97-%C2%AB%CE%95%CE%BB%CE%AD%CE%BD%CE%B7-%CF%83%CF%84%CE%B7-%CE%9D%CE%B5%CE%BF%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7



Η Ελένη των Ποιητών (Σεφέρη και Ρίτσου)


Τόσο η Ελένη του Ρίτσου όσο και του Σεφέρη, αν και τις χωρίζουν περίπου 20 χρόνια και παρουσιάζουν αρκετές διαφορές, έχουν και αρκετές ομοιότητες, οι οποίες θα μπορούσε να οφείλονται τόσο στο κοινό θέμα όσο και στα κοινά βιώματα των ποιητών.

            Ποιητές της Γενιάς του ‘30 και οι δυο, έζησαν από κοντά δύο παγκοσμίους πολέμους, την μικρασιατική καταστροφή, τον εμφύλιο σπαραγμό και ιδεολογικές συγκρούσεις. Μάλιστα και οι δυο συνέθεσαν αυτά τα ποιήματα σε εποχή εξορίας ή όντας μακριά από την πατρίδα και σε όψιμη ηλικία. Τα αισθήματα απαισιοδοξίας και ματαιότητας (ιδιαίτερα του πολέμου) είναι εμφανή και στα δύο ποιήματα, δίνοντας στο πρόσωπο της Ελένης ιδιαίτερη χροιά προκαλώντας ερωτήματα για το τι είναι αλήθεια, εἴναι/σώμα, και τι όχι, φαίνεσθαι/ὄνομα,αλλά και για την αξία του αγώνα και τη θέση του ατόμου στην ιστορία και τον κόσμο.
            Η ιδιαίτερη βέβαια αντιμετώπιση του μύθου αλλά και της Ιστορίας εμφανίζει ποικίλα χαρακτηριστικά. Κατ’αρχάς οι δυο ποιητές επιλέγουν διαφορετικές πηγές και χειρίζονται το πρόσωπο της Ελένης διαφορετικά. Ο Ρίτσος επιλέγει την ομηρική Ελένη ως αφετηρία του ποιήματός του και προσπαθεί με κάθε τρόπο να της δώσει κάποια μορφή κάνοντάς την πιο προσιτή και πιο προσωπική. Αντίθετα, ο Σεφέρης επανενεργοποιεί την ευριπίδεια εκδοχή και αφαιρεί την προσωπική διάσταση της Ελένης, ορίζοντάς την ως πανανθρώπινο σύμβολο των ανθρωπίνων ψευδαισθήσεων. Στον Ευριπίδη η δύναμη της μοίρας επιβάλλεται στο άτομο ανατρέποντας πολλές φορές την πραγματικότητα, κάτι που φαίνεται να συγκινεί τον Σεφέρη, ο οποίος πλέον βρίσκεται μπροστά από τον επικείμενο κυπριακό αγώνα και επιλέγει μια προειδοποιητική στάση. Αντίθετα στον Όμηρο δεν δίδονται απαντήσεις ούτε για την μοίρα και την ελεύθερη βούληση ούτε για την αξία των αγώνων, κάτι που συγγενεύει αρκετά με τον σκεπτικισμό του Ρίτσου στην συγκεκριμένη περίοδο της ζωής του.
Έτσι ο Ρίτσος δεν αναφέρεται, όπως ο Σεφέρης, στο παρελθόν προκειμένου να σχολιάσει τις ελλείψεις του παρόντος και την ανικανότητα του ανθρώπου μπροστά στο μέλλον, το οποίο είναι λίγο ή πολύ προδιαγεγραμμένο από το παρελθόν. Αντίθετα, μεταπλάθει τον μύθο και τον απογυμνώνει από την αρχαιότητά του, για να καταδείξει στον άνθρωπο «την εσωτερική του ανεπάρκεια και το μάταιο του ηρωισμού», ώστε τελικά να τον καθάρει και να τον αφήσει να πάρει το μέλλον στα χέρια του. Για τον Ρίτσο μπορεί ο μύθος να δένεται με το παρόν, αλλά το παρόν και το μέλλον δεν διαμορφώνονται από αυτό. Ο Σεφέρης, όμως, υπογραμμίζει αυτή την ελικοειδή φύση της Ιστορίας, όπου το παρελθόν διαβάζεται τόσο στο παρόν όσο και στο μέλλον.
            Συνέπεια αυτής της αντίληψης της Ιστορίας είναι, όπως έχει υπογραμμισθεί, το πρόσωπο της Ελένης να χρωματίζεται με διαφορετικό τρόπο σε κάθε ποιητή. Ως εκ τούτου, ενώ στον Σεφέρη η Ελένη είναι φορέας, πομπός και σηματοδότης της κάθε μελλοντικής ματαιοπονίας ή, όπως λέει και ο ίδιος, «ένας μαθηματικός τύπος, της ματαιότητας και του εμπαιγμού των πολέμων», για τον Ρίτσο είναι η επίγνωση και η γνώση, είναι αυτή που φωτίζει στον καθένα προσωπικά την ματαιότητα. Για τον Σεφέρη είναι η Προειδοποίηση, για τον Ρίτσο ηΚάθαρσις αλλά και ο Aγώνας χωρίς Eλπίδα.
            Θα έλεγε κανείς πως η ρευστότητα του μύθου της Ελένης είναι τόσο έντονη που φαίνεται να υπάρχει μια σιωπηρή οργανική συνέχεια μεταξύ τους. Η Ελένη στέκεται τόσο ως προειδοποίηση της κυκλικότητας της Ιστορίας όσο και ως παρηγορητής για αυτούς που διαπίστωσαν την ματαιότητα του αγώνα τους στο τέλος. Το βέβαιο είναι πάντως πως η μυστηριακή φύση της Ελένης και του μύθου της δεν καταλύεται και η «ιγεδανή» και «ανή»[7] ομορφιά της θα παραμένει πάντα τόσο εκθαμβωτική όσο και αινιγματική καλώντας εσαεί τους ποιητές να την ανακαλύψουν…

Η Ελένη του Γιώργου Σεφέρη
«Τ᾿ ἀηδόνια δὲ σ᾿ ἀφήνουνε νὰ κοιμηθεῖς στὶς Πλάτρες.»
Ἀηδόνι ντροπαλό, μὲς στὸν ἀνασασμὸ τῶν φύλλων,
σὺ ποὺ δωρίζεις τὴ μουσικὴ δροσιὰ τοῦ δάσους
στὰ χωρισμένα σώματα καὶ στὶς ψυχὲς
αὐτῶν ποὺ ξέρουν πὼς δὲ θὰ γυρίσουν.
Τυφλὴ φωνὴ ποὺ ψηλαφεῖς μέσα στὴ νυχτωμένη μνήμη
βήματα καὶ χειρονομίες. Δὲ θὰ τολμοῦσα νὰ πῶ φιλήματα,
καὶ τὸ πικρὸ τρικύμισμα τῆς ξαγριεμένης σκλάβας.

«Τ᾿ ἀηδόνια δὲ σ᾿ ἀφήνουνε νὰ κοιμηθεῖς στὶς Πλάτρες».
Ποιὲς εἶναι οἱ Πλάτρες; Ποιὸς τὸ γνωρίζει τοῦτο τὸ νησί;
Ἔζησα τὴ ζωή μου ἀκούγοντας ὀνόματα πρωτάκουστα:
καινούργιους τόπους, καινούργιες τρέλες τῶν ἀνθρώπων
ἢ τῶν θεῶν˙

ἡ μοίρα μου ποὺ κυματίζει
ἀνάμεσα στὸ στερνὸ σπαθὶ ἑνὸς Αἴαντα
καὶ μίαν ἄλλη Σαλαμίνα
μ᾿ ἔφερε ἐδῶ σ᾿ αὐτὸ τὸ γυρογιάλι.
Τὸ φεγγάρι
βγῆκε ἀπ᾿ τὸ πέλαγο σὰν Ἀφροδίτη˙
σκέπασε τὴν καρδιὰ τοῦ Σκορπιοῦ , κι ὅλα τ᾿ ἀλλάζει.
Ποῦ εἶν᾿ ἡ ἀλήθεια;
Ἤμουν κι ἐγὼ στὸν πόλεμο τοξότης.
τὸ ριζικό μου ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ ξαστόχησε.

Ἀηδόνι ποιητάρη,
σὰν καὶ μία τέτοια νύχτα στ᾿ ἀκροθαλλάσι τοῦ Πρωτέα
σ᾿ ἄκουσαν σκλάβες Σπαρτιάτισσες κι ἔσυραν τὸ θρῆνο,
κι ἀνάμεσό τους - ποιὸς θὰ τὄ᾿ λέγε; - ἡ Ἑλένη!
Αὐτὴ ποὺ κυνηγούσαμε χρόνια στὸ Σκάμαντρο.
Ἦταν ἐκεῖ, στὰ χείλια τῆς ἐρήμου˙ την ἄγγιξα, μοῦ μίλησε:
«Δὲν εἲν' ἀλήθεια, δὲν εἲν' ἀλήθεια» φώναζε.
«Δὲν μπῆκα στὸ γαλαζόπλωρο καράβι.
Ποτὲ δὲν πάτησα τὴν ἀντρειωμένη Τροία».


Μὲ τὸ βαθὺ στηθόδεσμο, τὸν ἥλιο στὰ μαλλιά, κι αὐτὸ
τὸ ἀνάστημα
ἴσκιοι καὶ χαμόγελα παντοῦ
στοὺς ὤμους στοὺς μηροὺς στὰ γόνατα˙
ζωντανὸ δέρμα, καὶ τὰ μάτια
μὲ τὰ μεγάλα βλέφαρα,
ἦταν ἐκεῖ, στὴν ὄχθη ἑνὸς Δέλτα.
Καὶ στὴν Τροία;
Τίποτε στὴν Τροία – ἕνα εἴδωλο.
Ἔτσι τὸ θέλαν οἱ θεοί.
Κι ὁ Πάρης, μ' ἕναν ἴσκιο πλαγίαζε σὰ νὰ ἦταν πλάσμα
ἀτόφιο˙
κι ἐμεῖς σφαζόμασταν γιὰ τὴν Ἑλένη δέκα χρόνια .


Μεγάλος πόνος εἶχε πέσει στὴν Ἑλλάδα.
Τόσα κορμιὰ ριγμένα
στὰ σαγόνια τῆς θάλασσας στὰ σαγόνια τῆς γῆς.
τόσες ψυχὲς
δοσμένες στὶς μυλόπετρες, σὰν τὸ σιτάρι.
Κι οἱ ποταμοὶ φουσκῶναν μὲς στὴ λάσπη τὸ αἷμα
γιὰ ἕνα λινὸ κυμάτισμα γιὰ μιὰ νεφέλη
μιᾶς πεταλούδας τίναγμα τὸ πούπουλο ἑνὸς κύκνου
γιὰ ἕνα πουκάμισο ἀδειανό, γιὰ μίαν Ἑλένη.
Κι ὁ ἀδερφός μου;
Ἀηδόνι ἀηδόνι ἀηδόνι,
τ' εἶναι θεός; τί μὴ θεός; καὶ τί τ' ἀνάμεσό τους;


«Τ᾿ ἀηδόνια δὲ σ᾿ ἀφήνουνε νὰ κοιμηθεῖς στὶς Πλάτρες».
Δακρυσμένο πουλί, στὴν Κύπρο τὴ θαλασσοφίλητη
ποὺ ἔταξαν γιὰ νὰ μοῦ θυμίζει τὴν πατρίδα,
ἄραξα μοναχὸς μ᾿ αὐτὸ τὸ παραμύθι,
ἂν εἶναι ἀλήθεια πὼς αὐτὸ εἶναι παραμύθι,
ἂν εἶναι ἀλήθεια πὼς οἱ ἄνθρωποι δὲ θὰ ξαναπιάσουν
τὸν παλιὸ δόλο τῶν θεῶν˙
ἂν εἶναι ἀλήθεια
πὼς κάποιος ἄλλος Τεῦκρος, ὕστερα ἀπὸ χρόνια,
ἢ κάποιος Αἴαντας ἢ Πρίαμος ἢ Ἑκάβη
ἢ κάποιος ἄγνωστος, ἀνώνυμος, ποὺ ὡστόσο
εἶδε ἕνα Σκάμαντρο νὰ ξεχειλάει κουφάρια,
δὲν τὄχει μὲς στὴ μοίρα του ν᾿ ἀκούσει
μαντατοφόρους ποὺ ἔρχονται νὰ ποῦνε
πὼς τόσος πόνος τόση ζωὴ
πῆγαν στὴν ἄβυσσο
γιὰ ἕνα πουκάμισο ἀδειανὸ γιὰ μίαν Ἑλένη.


Η Ελένη του Γιώργου Σεφέρη, ίσως η πιο δημοφιλής της νεοελληνικής ποίησης, είναι η Ελένη η οποία όχι μόνο αναβιώνει από τον μύθο, όπως τον είχε συλλάβει η διάνοια του Ευριπίδη, αλλά και έρχεται να θίξει την φύση του ενιαίου ιστορικού χρόνου. Η Ελένη στην πένα του Σεφέρη γίνεται ένα διαχρονικό σύμβολο της ματαιοπονίας και όλων των ιδανικών του ανθρώπου που τελικά δεν καταλήγουν παρά σε πρόφαση για πόνο.
Ο Σεφέρης παραθέτει ως επιγραφή, motto, στο ποίημα στίχους από την λένη του Ευριπίδη, γνωστοποιώντας την πηγή του αλλά και θέτοντας τα όρια του ποιήματός του. Η επιλογή αυτής της εκδοχής από τον Σεφέρη δεν είναι τυχαία. Ο Σεφέρης δεν έχει σκοπό να αποκαταστήσει τη Ελένη με έναν πιο «ρεαλιστικό» μύθο, αλλά βλέπει σε αυτήν μία τραγική αντανάκλαση της εποχή του.

«Τ᾿ ηδόνια δ σ᾿ φήνουνε ν κοιμηθες στς Πλάτρες»: με αυτόν τον όμορφο στίχο ανοίγει ο Σεφέρης το ποίημά του ανακαλώντας τις επικλήσεις του χορού στον Ευριπίδη. Αμέσως μεταφερόμαστε στην Κύπρο, στις πανέμορφες Πλάτρες, ενώ ο χρόνος παραμένει αόριστος. Ο ποιητής απευθύνεται στο αηδόνι το οποίο με το κελάηδημά του «ψηλαφᾶ μέσα στή νυχτωμένη μνήμη» και ξυπνά στιγμές πολέμου και πόνου, τον ίδιο πόνο που νοιώθουν οι σκλάβες αργότερα στο ποίημα, όταν ακούνε το αηδόνι στην Αίγυπτο. «Τ᾿ ηδόνια δ σ᾿ φήνουνε ν κοιμηθες στς Πλάτρες»: ο στίχος επαναλαμβάνεται. Δεν είναι τα αηδόνια αυτά καθαυτά που κρατούν «άγρυπνο» τον ποιητή, αλλά οι μνήμες και οι συνειρμοί που δημιουργούνται και επιβάλλονται από τον ίδιο τον τόπο. Μέσα σε αυτή την αγρυπνία, η φωνή του αρχίζει να μετουσιώνεται σε αυτήν του Τεύκρου. Τώρα μιλά ο Τεύκρος, ο εξόριστος πλέον από τον πατέρα του  στην Κύπρο, ο οποίος ήρθε για να ιδρύσει την νέα πόλη Σαλαμίνα.
Στην συνέχεια ο Τεύκρος παρέχει αυτοβιογραφικά στοιχεία τόσο δικά του όσο και του ποιητή, και παρουσιάζει τις «ιστορικές συγκυρίες» που τον οδήγησαν στην Κύπρο. Αμφιβολίες, βέβαια, γεννώνται για την αντίληψη των πραγμάτων, καθώς το φεγγάρι που «βγκε π᾿ τ πέλαγο σν φροδίτη, σκέπασε τ’ ἂστρα τοῦ Τοξότη, τν καρδι το Σκορπιοῦ, κι λα τ᾿ λλάζει», δίνοντας μια πλαστή εικόνα της πραγματικότητας. Η πραγματικότητα μεταβάλλεται από το φως του φεγγαριού, από το φως της κάθε προπαγάνδας. «Πο εν᾿  λήθεια;»,αναρωτιέται, και αμέσως μετά ο νους του πηγαίνει στην τραγική αποκάλυψη της αλήθειας για την Ελένη:
«Δὲν εἲν' ἀλήθεια, δὲν εἲν' ἀλήθεια» φώναζε.«Δὲν μπῆκα στὸ γαλαζόπλωρο καράβι.Ποτὲ δὲν πάτησα τὴν ἀντρειωμένη Τροία»

Έπειτα ο Τεύκρος αφιερώνει κάποιους στίχους στην περιγραφή της. Αν και στην αρχή η Ελένη παρουσιάζεται και ορίζεται η υλική υπόστασή της, η περιγραφή της, ωστόσο, είναι τόσο ασαφής που τελικά η μυστηριακή ύπαρξή της διατηρείται πλέον ως ιδέα. Ενώ δημιουργείται η ψευδαίσθηση στον «θεατή» μιας απτής οικειότητας, η Ελένη άπιαστη απομακρύνεται. Στο τέλος περιγράφεται περισσότερο ως κίνηση παρά ως πρόσωπο:

«γιὰ ἕνα λινὸ κυμάτισμα γιὰ μιὰ νεφέλημιᾶς πεταλούδας τίναγμα τὸ πούπουλο ἑνὸς κύκνου»

Η Ελένη, απελευθερωμένη πλέον από μια υλική υπόσταση, είναι έτοιμη να γίνει σύμβολο μιας αλήθειας που συγκλονίζει: τόσος θάνατος και τόσος πόνος για ένα «πουκάμισο ἀδειανό», δηλαδή για μία απάτη. Η ἀναγνώριση αυτής της ματαιοπονίας διαστέλλεται και μετατρέπεται σε ερώτηση για τον άνθρωπο, το δίκαιο και το θείο:

«Κι ὁ ἀδερφός μου;Ἀηδόνι ἀηδόνι ἀηδόνι,τ' εἶναι θεός; τί μὴ θεός; καὶ τί τ' ἀνάμεσό τους;»

Απάντηση στο τελευταίο ερώτημα δεν δίνεται, αλλά ίσως εννοείται˙ η προσέγγιση και η διερεύνηση είναι διαισθητική. Αυτό που βρίσκεται «ανάμεσα» είναι ίσως η ίδια η Ελένη καθώς είναι ένα πραγματικό ιδανικό, το οποίο τελικά η ανθρώπινη θνητή φύση το υποσκάπτει, το κάνει κούφιο, «πουκάμισο ἀδειανό», το οποίο αποκτά δύναμη καταστροφική, που ξεπερνά την ανθρώπινη φύση, όμοια με αυτή των «θεῶν». Συγχρόνως, η ευθύνη είναι του ανθρώπου αφού παραμένει δικό του κατασκεύασμα. Η Ελένη, λοιπόν, στέκεται ανάμεσα στην επιταγή των θεών και στην ανθρώπινη ματαιοπονία.
Στο τέλος, αυτή η τραγική ανακάλυψη, που τόσο συγκλόνισε τον Τεύκρο, συγκλονίζει και τον ποιητή στις Πλάτρες. Η επανάληψη και η επαναφορά του μοτίβου των αηδονιών δηλώνει την τραγική κυκλικότητα της ιστορίας. Ο ποιητής το γνωρίζει, και εκφράζει τον φόβο του, με σιγουριά αλλά και με πόνο και πικρία, μήπως αυτό το «παραμύθι», ξεγυμνωμένο από τα στολίδια του μύθου, ανήκει τόσο στην ιστορία όσο και στο παρόν αλλά και το μέλλον.
Ο Σεφέρης χειρίζεται τον μύθο της Ελένης με περίσσια προσοχή και ιδιαιτερότητα. Η Ελένη είναι ένα ποίημα το οποίο δεν αναβιώνει ούτε αναπαράγει το παρελθόν αλλά ένα ποίημα που το επανενεργοποιεί. Όπως σημειώνει και ο ίδιος ο Σεφέρης, «κρατάμε τα σύμβολα και τα ονόματα που μας παρέδωσε ο μύθος φτάνει να ξέρουμε πως οι τυπικοί χαρακτήρες έχουν μεταβληθεί σύμφωνα με το πέρασμα του χρόνου και τις διαφορετικές συνθήκες του κόσμου μας».20 Δηλαδή ο Σεφέρης δεν έχει σκοπό να αποκαταστήσει ούτε την Ελένη ως πρόσωπο αλλά ούτε και τον μύθο της. Σκοπός του είναι, όμως, να τον ενεργοποιήσει και να τον φέρει σε μια ρευστή κατάσταση ώστε τελικά να τον παγιώσει, δημιουργώντας νέους συσχετισμούς και προβάλλοντας νέες ή κρυφές πτυχές του. Ως εκ τούτου αποφεύγει την στατικότητα και την επανάληψη, και δεν θα ήταν λάθος να ισχυριστούμε πως η Ελένη του Σεφέρη είναι τόσο εξελιγμένη όσο και μεταμορφωμένη, αλλά πάντα η ίδια.
Ο τρόπος με τον οποίο το επιτυγχάνει αυτό είναι η μυθική μέθοδος. Ο Σεφέρης, χρησιμοποιώντας και δραματοποιώντας την ελληνική σύγχρονη πραγματικότητα, καταφέρνει, βασιζόμενος επίσης στην συνειρμική μέθοδο, να επαναφέρει τις βαθιές μυθικές προεκτάσεις της στο παρόν. Συγκεκριμένα, με περίτεχνο τρόπο έχει εμφανίσει το μυθολογικό του πρόσωπο, αφού πρώτα έχει «κερδίσει την συμπάθεια του αναγνώστη αναπαριστώντας μια σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα».Έπειτα, με έναν σχετικά «απροσδόκητο αναχρονισμό», την αναφορά στον Τρωικό πόλεμο, καταφέρνει όχι μόνο να γεφυρώσει το παρελθόν με το παρόν, αλλά και να ταυτίσει την «μυθική εποχή» με την σύγχρονη. Άλλωστε,  «οι ήρωες του, τα σκηνικά του, ακόμη και η γλώσσα του μπορούν να προκαλέσουν μυθικές προεκτάσεις χωρίς την παραμικρή επιτήδευση, γιατί η πραγματικότητα και ο μύθος υπάρχουν σε μια φυσική συζυγία». Ως αποτέλεσμα, το παρελθόν ενυπάρχει στο παρόν δημιουργώντας ένα ενιαίο σύνολο. Ο Σεφέρης φορά το προσωπείο του Τεύκρου και ανακαλύπτει και βιώνει την ματαιότητα και ματαιοπονία τόσο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου όσο και του κυπριακού αγώνα απελευθέρωσης, όπως ακριβώς ο Τεύκρος τον Τρωικό πόλεμο.
Για την βαθύτερη κατανόηση της Ελένης ως συμβόλου, θα ήταν συνετό επίσης να εξετάσουμε τα χαρακτηριστικά που αποκτά το «όνομα» στο ποίημα. Ο Τεύκρος στην Ελένη του Σεφέρη φαίνεται να χάνει την πίστη του και στα πρόσωπα και στα ονόματα. Μετά την τραγική ανακάλυψη του ειδώλου της Ελένης, εμφωλεύει στον Τεύκρο η αγωνία για την αναγνώριση της αλήθειας σε κάθε γεγονός και πρόσωπο: «Πο εν᾿  λήθεια;». Αυτή η αγωνία εκφράζεται διαρκώς στο ποίημα με ερωτήματα: «Ποις εναι ο Πλάτρες; Ποις τ γνωρίζει τοτο τ νησί;», αλλά και με αόριστα άρθρα και αντωνυμίες: «κάποιος Τεύκρος», «κάποιος Ααντας  Πρίαμος κάβη», «γι μίαν λένη». Το όνομα πλέον δεν ορίζει πάντα το προσδιοριζόμενο, αλλά γίνεται ανεξάρτητο και αποκτά νέα υπόσταση.
Τελικά, φθάνοντας στην περίπτωση της Ελένης, διερωτάται κανείς σε ποία εν τέλει Ελένη αναφέρεται ο ποιητής. Η αλήθεια είναι πως αναφέρεται και στις δυο, χωρίς όμως να τις συγχέει, αλλά ούτε και να τις διακρίνει, διότι, αν και ανεξάρτητο το εδωλο, η καταστροφική δηλαδή δύναμη, παραμένει συνδεδεμένο με την εικόνα, τα ιδανικά. Συνεπώς η Ελένη με όλες τις προεκτάσεις της παραμένει για τον Σεφέρη το σύμβολο όλων των ιδανικών, ενώ παράλληλα η ύπαρξή της συνοδεύεται από πλαστά ιδανικά, τα οποία, αν και μπορεί να είναι «όμορφα», υποκρύπτουν μέσα τους την ματαιότητα και την ματαιοπονία. Δευτερευόντως, ο μύθος της Ελένης επισημαίνει την ενιαία φύση της ιστορίας και την επιβολή του παρελθόντος στο παρόν και στο μέλλον. Ο Σεφέρης, λοιπόν, αναδεικνύει τον μύθο ως προειδοποίηση παρά ως θέση πεσσιμισμού, ως προειδοποίηση για κάθε αγώνα, όπως τον κυπριακό, όπου ελλοχεύει ο κίνδυνος να ανακαλύψει κανείς μια μέρα ότι τα ιδανικά για τα οποία πάλευε δεν ήταν παρά «να πουκάμισο δειαν» ή, όπως το θέτει ο Ρίτσος στην δική του Ελένη, για «λόγια» που «χαλαρωμένα, κούφια μες τ γεμίζαμε μχυρο  πίτουρο, ν πάρουν σχμα…».


Η Ελένη του Γιάννη Ρίτσου
Η Ελένη είναι ένα από τα μυθολογικά πρόσωπα που απασχόλησαν την ποιητική διανόηση του Ρίτσου, ο οποίος της «αφιέρωσε» το ομώνυμο ποίημα. Αυτό ίσως οφείλεται σε ένα βαθμό στην ιδιαίτερα αινιγματική φύση της: 
«Ποτὲ δὲν μποροῦσες νὰ ξέρεις, -εἶταν  τόσο τὸ φέγγος ποὺ ἀνάδινε, -σὲ τύφλωνε˙ σὲ διαπερνοῦσε˙-δὲν ἤξερες πιὰ τί εἶταν, ἂν εἶταν, ἂν εἴσουν...»
Η Ελένη, ένα πρόσωπο που τόσο ελάχιστα μίλησε με την φωνή του Ομήρου, ελευθερώνεται τώρα από τα δεσμά του μύθου σε μια «Τέταρτη Διάσταση»,ανοίγεται και ξεπερνά την προσωπική υπαρξιακή της κρίση με ένα κύκνειο άσμα, έναν μονόλογο, πριν πεθάνει/αναληφθεί. Φθορά, Ματαιότητα, Πόλεμος, Αγώνας, Αντίσταση: έννοιες που χρωματίζονται και προβάλλονται μέσα από το γερασμένο πρόσωπο της Ελένης με τρόπο παράλληλα προσωπικό αλλά και οικουμενικό.

Το δράμα αρχίζει και τελειώνει με έναν σκηνικό πρόλογο και επίλογο ενώ τοποθετείται σε ένα μισοερειπωμένο και παραδομένο στην φθορά παλάτι. Ο χρόνος, αν και δεν ορίζεται, εντοπίζεται στην σύγχρονη εποχή. Ένας άνδρας, παλιός θαυμαστής της Ελένης, «χτυπά το κουδούνι». Την βρίσκει «Γριά-γριά-ἑκατό, διακόσω χρονῶ […] ἐκεῖ ἀσάλευτη […] καμπουριασμένη», και έτσι ξεκινά ένας μακρύς μονόλογος. Η Ελένη, γνώστης της ανθρώπινης ματαιοπονίας, αφιερώνει αυτά τα τελευταία λόγια της στην ματαιότητα των πραγμάτων στην μεγάλη αδυναμία των λέξεων να περιγράψουν την πραγματικότητα, αλλά και στην μνήμη, που τελικά εξισώνει τα πάντα, τους εχθρούς και τους φίλους, και στους νεκρούς, που όσο περνά η ζωή έρχονται πιο κοντά στους ζωντανούς και γίνονται πιο οικείοι, δεμένοι όχι μόνο από την μνήμη μα και με δεσμούς πιο οργανικούς, ώστε τελικά οι ζωντανοί να μην διαφέρουν από αυτούς.

Βέβαια, αυτά είναι αντιληπτά μόνο από την Ελένη,η οποία βρίσκεται σε μια ανώτερη κατάσταση συνείδησης.Αντίθετα, οι δούλες της, αδυνατώντας να αντιληφθούν τον κόσμο της, «ὀργίζονται ἀνεξήγητα μαζί της», την περιφρονούν και την χλευάζουν για την κατάστασή της.Ο  Ρίτσος δεν επιθυμεί να υπογραμμίσει την ταξική-κοινωνική διαίρεση μεταξύ των «δούλων» και των «αρχόντων» αλλά να αναδείξει πόσο ακατανόητη και τελικά απεχθής είναι για τις «δούλες» (δούλες τελικά της ματαιότητος και της ύλης) η «επιφάνεια» αυτή της Ελένης. Η Ελένη πάντως συνεχίζει και καταδικάζει μπροστά στον αμίλητο επισκέπτη της την ματαιότητα του πολέμου, «τὸ ἄσκοπο τῆς ἀπάτης καὶ τῆς αὐταπάτης, τὸ ἄσκοπο τῆς φήμης, τὸ ἄσκοπο καὶ τὸ πρόσκαιρο τῆς κάθε νίκης», στον πόλεμο αλλά και στην ομορφιά. Έπειτα, περιγράφει τα δεινά που υποφέρει από τις δούλες της, ανακαλεί στιγμές από το παρελθόν, στιγμές που, αν και ασήμαντες ιστορικά, είναι γεμάτες νόημα στην απλότητά τους: «ὅλα τοῦτα ἔχουν μιάν ἔρημη, ανεξήγητη ὀμορφιά…». Παράλληλα οι υπόλοιπες αναμνήσεις της «δὲν εἶναι πιὰ συγκινημένες» αλλά «ἀπρόσωπες, καθαρὲς ὣς τὶς πιὸ ματωμένες γωνιές τους…».
Κατά τον Γ. Γιατρομανωλάκη φαίνεται «η Ελένη να αρνείται την ιστορία»,αλλά είναι όμως έτσι; Θα έλεγα πως δεν αρνείται τόσο την Ιστορία, όσο την «προσωπική» ιστορία της, μια ιστορία η οποία τελικά αναδεικνύει το μάταιο και της επιφέρει αυτές τις μηδενιστικές τάσεις. Η Ελένη, όμως, στη συνέχεια αντιφάσκει καθώς λέγει ότι θυμάται και τα ονόματα και τον πόλεμο, μόνο που για αυτήν τα γεγονότα και τα πρόσωπα δεν φέρουν καμία αξία. Είναι αυτές ακριβώς οι αντιφάσεις που μαρτυρούν την προσωπική της κρίση και έτσι μετά φανερώνει πως «παρὰ μόνον μιὰ [στιγμή] κρατάει ἀκόμη ἕναν ἀγέρα γύρω της, ἀνασαίνει», η στιγμή της Τειχοσκοπίας. Ο Γ. Γιατρομανωλάκης αναφέρει πως «αυτή είναι η σκηνή της δαιμονικής και γεμάτης ναρκισσισμό επίδειξής της πάνω στα τείχη της Τροίας». Μία τέτοια εικόνα, ωστόσο, δεν φαίνεται να συνάδει απόλυτα με τον συναισθηματικό της κόσμο. Η Ελένη, καθορισμένη από την ομορφιά της και από τους θεούς, ούσα τόσο καιρό αντικείμενο ιδιοκτησίας και άπραγη μπροστά στα γεγονότα του Τρωικού πολέμου, για πρώτη φορά νοιώθει ελεύθερη και ομολογεί: 


«…χωρὶς ν΄ἀνήκω σὲ κανέναν, χωρὶς νάχω κανενὸς τὴν ἀνάγκη,
σὰ νάμουν (ἀνεξάρτητη ἐγώ) ὁλόκληρος ὁ ἔρωτας, - ἐλεύθερη
ἀπὸ τὸν φόβο τοῦ θανάτου καὶ τοῦ χρόνου […] Ἔδινα στόχο
βαδίζοντας ἀργὰ πάνω στὰ τείχη […] γιὰ νὰ εὐκολύνω μία ἐχθρικὴ χειρονομία […] κι ἀναλήφθηκα …»


Όπως γίνεται αντιληπτό, η Ελένη γίνεται κυρίαρχος του εαυτού της, έχοντας αυτή την επιλογή μεταξύ ζωής και θανάτου –τουλάχιστον έτσι αισθάνεται.Για αυτό μάλιστα, ο θάνατος όχι μόνο δεν προκαλεί φόβο αλλά ίσως καταλήγει σε επιθυμία, επιθυμία που με την ανάληψή της εν μέρει πραγματοποιείται. Για την Ελένη θάνατος είναι ίσως όχι το τέλος της ύπαρξής της (άλλωστε είναι «ἀθάνατη»), αλλά η απελευθέρωση από την μοίρα και την ομορφιά. Σημειώνεται πως αυτή η επιθυμία για ανάληψη εμφανίζεται αρκετές φορές στο ποίημα και ιδιαίτερα στους τελευταίους στίχους. Τέλος, η Ελένη επιστρέφει στο παρόν και αναφέρεται στην άχαρη ζωή της με τον Μενέλαο. Αφήνει τον επισκέπτη να φύγει και τελικά κοιμάται, για να γυρίσει σε λίγο εκείνος και να την βρει νεκρή. Το παλάτι ρημάζεται από τις δούλες και ο επισκέπτης φεύγει προβληματισμένος, σκεπτικός, χωρίς σκοπό.


Το ποίημα αυτό του Ρίτσου δεν έχει σκοπό τόσο την απομυθοποίηση της Ελένης, αλλά την ανάδειξή της από μία άλλη οπτική, φωτίζοντας τις πτυχές και τους άμεσους δεσμούς της ως προσώπου με τον σύγχρονο άνθρωπο. Δεν είναι καθόλου τυχαίο πως ένα τέτοιο ποίημα εντάσσεται σε μια συλλογή που τιτλοφορείται Τέταρτη Διάσταση. Σε μια διάσταση όπου το άτομο απεγκλωβίζεται από τον χρόνο και είναι ελεύθερο να κινηθεί κάθετα προς αυτόν, το παρελθόν συναντά το παρόν και «οι ήρωες δεν είναι μόνο τμήμα του μύθου αλλά ταυτόχρονα σύγχρονοί μας». Ο χρόνος είναι ρευστός, αόριστος, γεμάτος πλατιούς αναχρονισμού που φέρνουν τον μύθο στο σήμερα. Η Ελένη, αφού «γέρασε» και απέκτησε «τὴν ἥμερη ἀμεροληψία, τὴ γλυκειὰ ἀνιδιοτέλεια στὶς συγκρίσεις, στὶς κρίσεις», ανατέμνει την προσωπική ιστορία, τον εσωτερικό εαυτό της, και φτάνει την κάθαρση και την γνώση. Η Ελένη παρουσιάζεται ως γνώστης των πιο βαθιών προβλημάτων του ανθρώπου. Η επαφή με την ιστορική και εθνική συνείδηση γίνεται εφικτή μέσω της έκφρασης της ιστορικής συνέχειας και αλληλοεπικάλυψης, όπως και η «συνειδητοποίηση της θέσης της μέσα στην ιστορία και συνεπώς του νόηματος της ζωής της». Ήδη από τους πρώτους στίχους του Ρίτσου η Ελένη είναι κάτι παραπάνω από σύμβολο της ομορφιάς. Η Ελένη ζει, ακόμη, παρότι παραδομένη στην φθορά, όχι τόσο για να παρουσιαστεί ως φορέας του μάταιου, της παρακμής και της ταπείνωσης αλλά για να φανερώσει «την πάλη του εφήμερου με το αιώνιο, τη δύναμη της αντίστασης που ανατρέπει το θάνατο. Αγώνας, αντίσταση, ακόμη και χωρίς ελπίδα»: 


«… Ἴσως ἐκεῖ ποὺ κάποιος ἀντιστέκεται χωρὶς ἐλπίδα, ἴσως ἐκεῖ νὰ ἀρχίζει 
ἡ ἀνθρώπινη ἱστορία, ποῦ λέμε, κ΄ἡ ὀμορφιὰ τοῦ ἀνθρώπου …»



Η ομορφιά της Ελένης δεν συνίσταται πλέον στην όψη, αλλά σε αυτή την αντίστασή της. Έτσι το τέλος της δεν είναι παρά αισιόδοξο, ο θάνατος της δεν είναι παρά η ευκαιρία να βρει και να κρατήσει αυτό που υπάρχει μέσα της αθάνατο. Είναι η (συναισθηματική) κάθαρσις, όπως την συναντούμε στο αρχαιοελληνικό δράμα, τόσο για την ίδια αλλά και για τον αναγνώστη, η οποία επιτυγχάνει την απαλλαγή των αρνητικών συναισθημάτων και, στην προκειμένη, την απαλλαγή από την υπαρξιακή κρίση. Συνεπώς, θα έλεγε κανείς πως δεν «πέθανε», αλλά «αναλήφθηκε», όπως τόσο επιθυμούσε, φανερώνοντας το «χαμόγελο της ελευθερίας» που έκρυβε «μ’ένα λουλούδι στα χείλη».


Αν και η Ελένη «πεθαίνει» στα χέρια του Ρίτσου, η ημιθεϊκή δύναμή της όχι μόνο διασώζεται αλλά και εξαίρεται. Είναι η ατάραχη αυτή γνώση της για το τι είναι μάταιο, είναι η ηρεμία με την οποία η Ελένη υπερβαίνει την υπαρξιακή της κρίση , αλλά και ο τρόπος με τον οποίο αυτή συνεχίζει, έστω και με έναν εναγώνιο σκεπτικισμό, τον αγώνα της, που συγκινούν τον Ρίτσο. Τα σημάδια της απαισιοδοξίας, διάσπαρτα στο ποίημα, δεν είναι άλλο από απόσταγμα των συναισθημάτων του Ρίτσου, σε μια εποχή όπου μετά τον θάνατο της αδερφής του,  εν καιρώ μάλιστα δικτατορίας και πλέον εξορίας, ο σκεπτικισμός για τα πράγματα, αυξανόμενα τον κυριεύει. Για τον Ρίτσο, συνεπώς, η Ελένη αν και γερασμένη και άσχημη στην όψη, έχει μια ασύγκριτη ομορφιά και υπεροχή που ακόμη «σε τυφλώνει και διαπερνά». Γίνεται για αυτόν επίκουρος στην συνειδητοποίηση του εαυτού του στον κόσμο και στην υπέρβαση της δικής του κρίσης.

Αποσπάσματα από την «ΕΛΕΝΗ» του Γ. Ρίτσου

Έκδ. ΧΑΝΙΑ 2002 ΚΑΜ.


Πέρασε πιὰ ὁ καιρὸς τῶν ἀνταγωνισμῶν στερέψανε οἱ ἐπιθυμίες• ἴσως μποροῦμε τώρα νὰ κοιτάξουμε μαζὶ τὸ ἴδιο σημεῖο τῆς ματαιότητας ὅπου, θαρρῶ, πραγματοποιοῦνται οἱ μόνες σωστὲς συναντήσεις - ἔστω ἀδιάφορες, μὰ πάντα πραϋντικὲς -ἡ νέα κοινότητά μας, ἔρημη, ἥσυχη, ἄδεια, χωρὶς μετακινήσεις κι ἀντιθέσεις,- ν' ἀναδεύουμε μόνο τὴ στάχτη στὸ τζάκι, φτιάχνοντας πότε-πότε μὲ τὴ στάχτη ψηλόλιγνες, ὡραῖες τεφροδόχες, ἤ, καθισμένοι κατάχαμα, νὰ χτυπᾶμε τὸ χῶμα μὲ ἄηχες παλάμες. Λίγο-λίγο τὰ πράγματα χάσαν τὴ σημασία τους, ἀδειάσαν ἄλλωστε μήπως εἶχαν ποτὲ τους καμμιὰ σημασία; -χαλαρωμένα, κούφια• ἐμεῖς τὰ γεμίζαμε μὲ ἄχυρο ἤ πίτουρο, νὰ πάρουν σχῆμα, νὰ πυκνώσουν, νὰ στεριώσουν, νὰ σταθοῦν, - τὰ τραπέζια, οἱ καρέκλες, τὰ κρεββάτια ποὺ πάνω τους πλαγιάζαμε, τὰ λογία•- πάντοτε κούφια σὰν τὰ πανένια σακκούλια, σὰν τὶς λινάτσες τῶν ἐμπόρων- ἀπ' ὄξω κιόλας ξεχωρίζεις τὰ προϊόντα ποὺ περιέχουν πατάτες ἤ κρεμμύδια, στάρι, καλαμπόκι, μύγδαλα ἤ ἀλεῦρι. Οἱ λέξεις τώρα δὲ μοὔρχονται ἀπὸ μόνες τους• -τὶς ψάχνω, σὰ νὰ μεταφράζω ἀπὸ μιὰ γλώσσα ποὺ δὲν ξέρω,- ὡστόσο μεταφράζω. Ἀνάμεσα στὶς λέξεις, ἤ καὶ μέσα στὶς λέξεις, μένουν τρύπες βαθειές• κοιτάω μὲς ἀπ' αὐτὲς τὶς τρύπες σὰ νὰ κοιτάω μὲς ἀπ' τοὺς ρόζους ποὺ ἔχουν πέσει ἀπ' τὰ σανίδια μιᾶς πόρτας κατάκλειστης, καρφωμένης ἐδῶ καὶ αἰῶνες. Τίποτα δὲ βλέπω. 

Ὄχι πιὰ λέξεις καὶ ὀνόματα• κάτι ἤχους μονάχα ξεχωρίζω• -ἕνα ἀσημένιο κηροπήγιο ἤ ἕνα κρυστάλλινο ἀνθογυάλι ἠχεῖ ἀπὸ μόνο του καὶ ξαφνικὰ σωπαίνει κάνοντας πὼς δὲν ξέρει τίποτα, πὼς δὲν κουδούνισε αὐτό, πὼς κανένας δὲν τὄχε ἀγγίξει, πὼς κανένας δὲν πέρασε πλάϊ του. Ἕνα φόρεμα σωριάζεται μαλακὰ ἀπ' τὴν καρέκλα στὸ πάτωμα, μεταθέτοντας τὴν προσοχὴ ἀπ' τὸν προηγούμενο ἦχο στὴν ἁπλότητα τοῦ τίποτα. Ὡστόσο ἡ ἰδέα μιᾶς σιωπηλῆς συνωμοσίας, παρ' ὅτι διαλυμένη στὸν ἀέρα, ἐπιπλέει πυκνωμένη σ' ἕνα ἐπίπεδο πιὸ πάνω, σχεδὸν σταθμητή, τόσο ποὺ αἰσθάνεται τὸ χάραγμα τῶν ρυτίδων νὰ βαθαίνει πλάϊ στὰ χείλη σου ἀπ' αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν παρουσία ἑνὸς παρείσακτου ποὺ παίρνει τὴ θέση σου μεταβάλλοντας ἐσένα σὲ παρείσακτο, ἐδῶ στὸ κρεββάτι σου, στὴν κάμαρά σου. 

Ὤ, αὐτὴ ἡ ξενητειά μας μέσα στὰ ἴδια μας τὰ ροῦχα ποὺ παλιώνουν, μὲς στὸ ἴδιο μας τὸ δέρμα ποὺ ζαρώνει• ἐνῷ τὰ δάχτυλά μας δὲν μποροῦν πιὰ νὰ σφίξουν, νὰ κρατήσουν τριγύρω στὸ κορμί μας οὔτε κὰν τὴν κουβέρτα, ποὺ ἀνυψώνεται μόνη, διαλύεται, φεύγει, ἀφήνοντάς μας ἀκάλυπτους μπροστὰ στὸ κενό. Καὶ τότε ἡ κιθάρα, κρεμασμένη στὸν τοῖχο, ξεχασμένη ἀπὸ χρόνια, μὲ χορδὲς σκουριασμένες, ἀρχίζει νὰ τρέμει ἔτσι ποὺ τρέμει τὸ σαγόνι μιᾶς γριᾶς ἀπ' τὸ κρύο ἢ ἀπ' τὸ φόβο, καὶ πρέπει νὰ βάλεις πάνω στὶς χορδὲς τὴν παλάμη σου, νὰ σταματήσεις τὸ μεταδοτικό τους ρίγος. Μὰ δὲ βρίσκεις τὸ χέρι σου, δὲν ἔχεις χέρι, κι ἀκοῦς μὲς στὸ στομάχι σου πὼς εἶναι τὸ δικό σου σαγόνι ποὺ τρέμει. Ἀλήθεια, πόσα πράγματα ἄχρηστα, μὲ πόση ἀπληστία συναγμένα• - φράζαν τὸ χῶρο- δὲν μπορούσαμε νὰ σαλέψουμε τὰ γόνατά μας χτυποῦσαν σὲ ξύλινα, πέτρινα, μετάλλινα γόνατα. Ὤ, βέβαια, θὰ πρέπει πολὺ νὰ γεράσουμε, πολύ, ὥσπου νὰ γίνουμε δίκαιοι, νὰ φτάσουμε ἐκείνη τὴν ἥμερη ἀμεροληψία, τὴ γλυκειὰ ἀνιδιοτέλεια στὶς συγκρίσεις, στὶς κρίσεις, ὅταν δικό μας πιὰ μερτικὸ δὲν ὑπάρχει σὲ τίποτα πάρεξ σ' αὐτὴ τὴν ἡσυχία. Ἅ, ναί, πόσες ἀνόητες μάχες, ἡρωϊσμοί, φιλοδοξίες, ὑπεροψίες, θυσίες καὶ ἧττες καὶ ἧττες, κι ἄλλες μάχες, γιὰ πράγματα ποὺ κιόλας εἴταν ἀπὸ ἄλλους ἀποφασισμένα, ὅταν λείπαμε ἐμεῖς. Καὶ οἱ ἄνθρωποι, ἀθῶοι, νὰ χώνουν τὶς φουρκέτες τῶν μαλλιῶν μὲς στὰ μάτια τους, νὰ χτυποῦν τὸ κεφάλι στὸν πανύψηλο τοῖχο, γνωρίζοντας βέβαια πὼς ὃ τοῖχος δὲν πέφτει οὔτε ραγίζει κάν, νὰ δοῦν τουλάχιστον μὲς ἀπὸ μιὰ χαραμάδα λίγο γαλάζιο ἀσκίαστο ἀπ' τὸ χρόνο καὶ τὴ σκιά τους, Ὡστόσο - ποιὸς ξέρει - ἴσως ἐκεῖ ποὺ κάποιος ἀντιστέκεται χωρὶς ἐλπίδα, ἴσως ἐκεῖ νὰ ἀρχίζει ἡ ἀνθρώπινη ἱστορία, ποὺ λέμε, κι ἡ ὀμορφιὰ τοῦ ἀνθρώπου ἀνάμεσα σὲ σκουριασμένα σίδερα καὶ κόκκαλα ταύρων καὶ ἀλόγων, ἀνάμεσα σὲ πανάρχαιους τρίποδες ὅπου καίγεται ἀκόμα λίγη δάφνη κι ὁ καπνὸς ἀνεβαίνει ξεφτώντας στὸ λιόγερμα σὰ χρυσόμαλλο δέρας. 




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου