Τρίτη 26 Νοεμβρίου 2013

Η κυρία Νίτσα, Μ. Καραγάτσης


                                                          Η κυρία Νίτσα

         Ο Μ. Καραγάτσης έγραψε αυτό το διήγημα το 1928. Στα είκοσί του χρόνια ξεκινούσε με αυτό τη συγγραφική του σταδιοδρομία, γράφοντας με θέμα την πρώτη πλατωνική του αγάπη, τη νεαρή δασκάλα του κυρία Νίτσα.

Η πρώτη μου αγάπη, ήταν δέκα χρόνια μεγαλύτερη από μένα, ίσως και πιο πολύ. Αμέσως θα φανταστείτε το αιώνιο ειδύλλιο, του αμούστακου έφηβου και της ώριμης γυναίκας, ή μάλλον χήρας, για να κυνηγήσω με μεγαλύτερη επιτυχία, τις υπεκφυγές* της φαντασίας σας.
         Λοιπόν, όχι. Η πρώτη μου αγάπη, την εποχή που την αγάπησα, δεν ήταν παρά είκοσι χρονών. Εγώ ήμουν οκτώ.
         Η διαφορά της ηλικίας μας αυτή καθ' αυτή δε θα ήταν μεγάλη, αν οι αριθμοί των χρόνων μου δεν ήσαν τόσο χαμηλά. Μα αυτό δεν έχει σημασία. Εκείνη την εποχή ο χρόνος ήταν κάτι τι το ανώτερο για μένα. Ήξερα ότι ήμουν οκτώ χρονών, αλλά ήμουν βέβαιος ότι αυτό το νούμερο ήταν ένα συμβατικό σημείο προς ταξινόμηση της ηλικίας μου, απέναντι της ηλικίας του διπλανού μου. Δεν μπορούσα όμως να εννοήσω, ότι μόλις οκτώ χρόνια έχουν περάσει από την ημέρα που είδα το φως. Χωρίς άλλο έπρεπε να ζούσα πολύ καιρό, είκοσι, τριάντα χρόνια, ξέρω και γω... [...]
         Ήταν ένα λευκό διάφανο ασθενικό κορίτσι, ένα όμορφο κορίτσι. Μια δημιουργία της φαντασίας του Μυσσέ,* και της ρομαντικής πλειάδας. Μια εικόνα του Γκρεζ,* χωρίς αφέλεια όμως. Κάτι το πιο σύγχρονο. Αυτή τη μορφή ίσως τη βρείτε και στον Φραπιέ,* και στον Μπαζίν.* Η Ρόζα* της «Maternelle» ή η Νταβιντέ Μπιρό.* Ήταν δασκάλα. Δασκάλα μου, για να εννοούμαστε.
         Επήγαινα στην Τρίτη του δημοτικού, σ' ένα μεικτό επαρχιακό σχολείο. Η μεγάλη αυλή του μόνο στις γωνιές είχε λίγη χλόη την άνοιξη. Δυο τρεις ακακίες και μερικά βρομόδεντρα ήταν το μοναδικό της στολίδι. Το χειμώνα το νερό της βρύσης πάγωνε, και η κρυσταλλιασμένη λάσπη έσπαζε κάτω από τα χοντρά παιδικά παπουτσάκια μας.
         Η κυρία Νίτσα -αυτό ήταν τ' όνομα της πρώτης δασκαλικής μου αγάπης- δεν ερχότανε ποτέ στην ώρα της. Η διευθύντρια έκλεινε τα μάτια σ' αυτό το μικρό πειθαρχικό παράπτωμα. Ο χειμώνας του κάμπου είναι τόσο κακός για τα κακόμοιρα τα κορίτσια που βγάζουν το ψωμί τους. Ο βοριάς ξεχύνεται από τις κορφές του Ολύμπου παγερός, και κοκαλιάζει τους σβόλους στα χωράφια της εριβώλακος* Θεσσαλίας.
         Η τάξη μας ήταν ένα γωνιακό δωμάτιο, πάντα γιομάτο ήλιο, όταν δεν ήταν συννεφιά. Η σόμπα στη γωνιά τραβούσε με θόρυβο, και κάπνιζε όλη την κάμαρα. Καθόμουν στο πρώτο θρανίο, και με υπομονή περίμενα. Οι σύντροφοί μου δίπλα κάναν ωραία σχέδια για την περίπτωση που δε θα 'ρχόταν η «κυρία».
         Πρώτα θα βγαίναν στην αυλή να παίξουν «αμπάριζα». Ύστερα η «κυρία» διευθύντρια θα τους έδιωχνε γιατί θα κάναν θόρυβο, και θα ενοχλούσαν τις «μεγάλες». Αυτό ήταν η ύστατη ικανοποίηση του ορμέμφυτου της ελευθερίας, που βλάσταινε μέσα στις νέες ανθρώπινες ψυχούλες τους. Και ύστερα η εκδήλωση αυτού του ορμέμφυτου. Η άσκοπη πολυθόρυβη περιπλάνηση στον κάμπο. Και οι οπτασίες περνούσαν μπρος από τα μάτια μας.
         Θα πηγαίναμε στο σταθμό. Ο δρόμος είναι γιομάτος λάσπη, μα αυτό δεν έχει σημασία. Είναι τόσο ωραίο να νιώθεις το έδαφος να υποχωρεί κάτω από τα πόδια σου, σα μια γλιστερή μαλακή μάζα. Αποκεί θα παίρναμε από το μηχανοστάσιο ασετυλίνη·* -είχαμε σχέσεις με το προσωπικό- και με το πολύτιμο αυτό αντικείμενο στα χέρια, θα πηγαίναμε στη μεγάλη «Μαγούλα»* την Ορμάν μαγούλα, όπου θα εκσφενδονίζαμε τον πρώτο τυχόντα τενεκέ γάλακτος Νεστλέ στο στερέωμα, με τη βοήθεια των αερίων της οργανικής αυτής ουσίας.
         Ίσως παρατηρήσετε ότι μεταχειρίζομαι στην πιο απάνω περίοδο τη λέξη «θα» πολλές φορές εις βάρος κάθε σύνταξης και κάθε στιλ. Και όμως, αυτή η λέξη είναι όλη η περίοδος. Γιατί συνήθως απάνω στο φόρτε* του αλήτικου ονείρου μας, άνοιγε η πόρτα, και έμπαινε, ωχρή, παγωμένη, τυλιγμένη στο φτωχικό δασκαλικό παλτό της, η κυρία Νίτσα.
         Θα μου πείτε, πώς θυμάμαι ύστερα από τόσα χρόνια, τα γεγονότα της πρώτης παιδικής μου ζωής. Ψάξτε καλά στις αναμνήσεις σας. Με λίγη καλή θέληση, θα βρείτε παλιές εικόνες γεμάτες δροσιά και αθωότητα. Τα μικρά μας χρόνια είναι τόσο λίγα, και τόσο χαρακτηριστικά, ώστε να μην μπορούν ν' ανακατευτούν, με τον άχαρο συρφετό της μεγάλης μας ζωής. Είναι ένα σύνολο σαφές και καθαρό, μια γραμμή ευθεία και προσδιορισμένη. Σαν περάσουν πια, αρχίζει ο λαβύρινθος και τα ζιγκ ζαγκ της αγωνιώδους και απαιτητικής υπόστασής μας. Είμαστε μεγάλοι. Θέλουμε, θέλουμε, χωρίς να ξέρουμε τι θέλουμε.
         Το χαρακτηριστικό της ζωής είναι η αγωνιώδης προσμονή, όσο είμαστε παιδιά, κάποιου καλού, και όταν μεγαλώσουμε κάποιου κακού. Ψάξτε καλά στις αναμνήσεις σας. Θα βρείτε έναν άλλο άνθρωπο, αλλιώτικο από σας, ξένο, ένα φίλο, ίσως και εχθρό. Σεις δεν είστε εκείνος. Ο Ανατόλ Φρανς* δεν είναι ο «Μικρός Πέτρος». Είναι ο λεπτός νοσταλγός, ο πατρικός διάδοχος του παιδιού που είχε τ' όνομά του. Θυμηθείτε τα παλιά σας. Είναι σαν μια πνοή καθαρού αέρα.

         Το μάθημα της κυρίας Νίτσας ήταν ιεροτελεστία. Η αδυναμία του εύθραυστου αυτού αναιμικού κοριτσιού, είχε απάνω μας μιαν επιβολή μεγαλύτερη από μιαν πελώρια ευνοϊκή δύναμη. Να μια περίεργη απόδειξη των δύο ακροτήτων. Η απαλή και γλυκιά φωνή της, μιλούσε μέσα στις άγουρες ψυχές μας. Το μάθημα το ρουφούσαμε σαν μέλι από το στόμα της.
         Όταν συλλογιέμαι τις παλιές αυτές ώρες, προσπαθώντας να ξεδιαλύνω λίγο από το μυστήριο της παιδικής ψυχής μου, βγάζω το συμπέρασμα ότι μάλλον υποβολή, παρά επιβολή, χαρακτήριζε αυτήν τη γυναίκα. Το κέρινο ωραίο πρόσωπό της, που το κόβουν κόκκινα χείλια, σκοτωμένα βλέφαρα με πελώρια μαύρα τσίνορα, πάνω από μενεξεδένια καθαρά μάτια, ήταν ένα μείγμα αθώου κοριτσιού, και femme fatale.* Μέσα στο μισοσκόταδο ενός συννεφιασμένου πρωινού, είχε μια πελώρια χάρη, και μια άδολη,* άθελη γοητεία.
         Βέβαια, εκείνο τον καιρό δεν ήμουν σε θέση να κάνω τέτοιες κρίσεις. Μόνο εικόνες σώζονται μέσα μου, εικόνες που ξαναζωντανεύουν κάτω από την πίεση της νοσταλγίας. Και είτε τότε τις έζησα, είτε τώρα τις ζω, είναι το ίδιο.
         Τα άμαθα χέρια μας γλιστρούσαν αδέξια στο ριγωμένο χαρτί. Η καρδιά μας χτυπούσε μήπως δεν κάνουμε τα γράμματα καλά. Τόσα κεφαλάκια, σκυμμένα με άφατη προσοχή, τραβούσαν γραμμές στο ανοιχτό μπλε τετράδιο. Ένας ελαφρός μονάχα κρότος τριβής ακουγόταν στο άσπρο δωμάτιο. Η κυρία Νίτσα πάνω στην έδρα φάνταζε πιο άσπρη παρά ποτέ κάτω από τον όγκο των καστανών μαλλιών της.
         Η αγωνία φώλιαζε μέσα στο στήθος μου. Τα γράμματα, παρ' όλη τη χτηνωδώς παιδική επιμονή μου, αραδιαζόντανε άτακτα και χοντρά πάνω στο χαρτί. Η απελπισία μου έφτανε στο κατακόρυφο. Σήκωνα τα μάτια μου γιομάτα τρόμο και ικεσία προς την έδρα. Τι συλλογιζότανε; Πού ταξίδευαν τα διαφανή μενεξεδένια μάτια κάτω από τα μαυρισμένα βλέφαρα; Γιατί αναστενάζει; Μήπως είναι άρρωστη; Γιατί δε μας κοιτάει; Μας ξέχασε;
     Το λευκό κεφάλι σηκώνεται. Με είδε, με κοιτάει. Τα μαλλιά της είναι πιο μουντά παρά ποτέ.
         -  Τι είναι, Γιαννάκη;
         Τι είναι. Μα είναι τόσο πολλά πράματα μυστηριώδη, για τη μικρή ψυχή μας που έπρεπε να τα είχες καταλάβει, αέρινη μικρή δασκάλα. Μέσα στο κάθε παιδί κρύβεται ένας άντρας, ένας άντρας όπως όλοι οι άλλοι, όπως ο όμορφος λοχαγός παραδείγματος χάριν, που περνάει με τ' άλογό του τέσσερις φορές την ημέρα, κάτω από το παράθυρο της τάξης. Αυτό τον κρυμμένο παιδικό άντρα, έπρεπε να τον είχες ανακαλύψει, έπρεπε να τον είχες δαμάσει με τη γυναικεία τέχνη σου. Μα δεν είχες καιρό. Τον δικό σου τον άντρα, τον ώριμο άντρα, τον ανακάλυψες, και αν δε δάμασες αυτόν, δάμασες χωρίς άλλο το άλογό του, γιατί δεν εξηγιέται αλλιώς, πως στεκόταν πάντα κάτω από το ανοιχτό παράθυρο, σκάβοντας με το πόδι τη γη και χλιμιντρώντας. Εξέχασες τελείως τα παιδιά σου, κακή κυρία Νίτσα.
         Η φωνή μου όταν της απαντούσα ήταν κλαψιάρικη.
         -  Δεν μπορώ να κάνω ψι...
         Το ψι. Ο τύραννος του νεοφώτιστου μαθητή. Ο τρόμος της καλλιγραφίας. Το χεράκι μπερδεύεται και τρέμει όταν αρχίζει να χαράζει το μεγάλο κόμπο, το γόρδιο αυτό δεσμό του ελληνικού αλφαβήτου. [...]
         Το τέλος του ειδυλλίου ήταν οιχτρό. Η κυρία Νίτσα με προβίβασε. Και την άλλη χρονιά στη μεγαλύτερη τάξη παρακολουθούσα το άχαρο μάθημα μιας άσκημης γεροντοκόρης, που το μαραμένο της μούτρο ήταν γιομάτο κακόχρωμα σπυριά, εκδήλωση μιας αργοπορημένης και ανικανοποίητης νιότης. Το όνειρο έσβησε από τα μάτια μου και σιγά σιγά και από την καρδιά μου.
         Η κυρία Νίτσα παντρεύτηκε το λοχαγό. Ήμουν παρών στους γάμους της. Καμιά ζήλια δεν τάραξε την ψυχή μου. Τα δέκα χρόνια που μας χωρίζουν δεν αποτελούν πια ανυπέρβλητο διανοητικό και κοινωνικό εμπόδιο. Ο κοσμοπολιτισμός μάς έχει φέρει σε ίση μοίρα. Είναι ακόμα ωραία, μολονότι έχει χάσει το θέλγητρο της μισοσκότεινης τάξης. Είναι μια γυναίκα, και όχι οπτασία. Ο άντρας της είναι πια συνταγματάρχης που έχει λάβει μέρος σε τρία κινήματα. Ζει ευτυχισμένη, και έχει μια κόρη που της μοιάζει πολύ. Δε μας χωρίζουν παρά δέκα χρόνια, μα αυτή τη φορά εγώ είμαι ο μεγαλύτερος. Το μυαλό σας ίσως πάει μακριά. Αυτό είναι άλλο ζήτημα. Ήθελα μόνο να σας πω για την πρώτη μου αγάπη...
          Περιττό να προσθέσω ότι δεν την αγαπώ πια.
                                                              Μ. Καραγάτσης, Ανέκδοτα νεανικά κείμενα,

                                                                                          Βιβλιοπωλείον της Εστίας


Ιστοχώρος αφιερωμένος στον Καραγάτση :

ΔΙΑΘΕΜΑΤΙΚΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ
♦ O Μ. Καραγάτσης δημιουργεί την εικόνα της κυρίας Νίτσας, συσχετίζοντάς τη με λογοτεχνικά και ζωγραφικά πορτρέτα γυναικών. Ζητήστε από τον καθηγητή των Καλλιτεχνικών να μελετήσετε την τεχνική της προσωπογραφίας, με βάση αντιπροσωπευτικά έργα Ελλήνων και ξένων ζωγράφων. Στη συνέχεια ζωγραφίστε και εσείς ένα αγαπημένο σας πρόσωπο.
Ώριμη αστική προσωπογραφία [πηγή: Εθνική Πινακοθήκη]  Πινακοθήκη Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα [πηγή: Μουσείο Μπενάκη]    Από το ψηφιακό σχολείο
Θα σας φανούν χρήσιμες οι παρακάτω ιστοσελίδες :
http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSGL105/229/1692,5421/

http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSGL105/229/1692,5421/

http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSGL105/229/1692,5421/

Εργασίες μαθητών Γυμνασίου Μελίκης , 2013- 2014


                                                       Γυμνάσιο Μελίκης
Μάθημα : Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας
Διδακτική ενότητα : Η αγάπη για τους συνανθρώπους μας - Οι φιλικοί δεσμοί - Η αγάπη
Διδάσκουσα : Γαϊτανίδου Μάγδα


http://www.authorstream.com/Presentation/magdagaitanidou-2000661/



http://www.authorstream.com/Presentation/magdagaitanidou-2000656/


http://www.authorstream.com/Presentation/magdagaitanidou-2002088/


















Παρασκευή 22 Νοεμβρίου 2013

Βγαίνοντας από το σχολείο, Ζακ Πρεβέρ




ΖΑΚ ΠΡΕΒΕΡ
Βγαίνοντας από το σχολειό
         Το ποίημα του Πρεβέρ μάς ταξιδεύει σε ένα φανταστικό γύρο του κόσμου, με όχημα τη νεανική πνοή, την εφευρετικότητα του νου και την ψυχική ανάγκη των παιδιών για επικοινωνία. Προέρχεται από τη δεύτερη ποιητική συλλογή του Πρεβέρ Ιστορίες (1946).
Βγαίνοντας από το σχολειό μας
Συναντήσαμε
Ένα μεγάλο σιδηρόδρομο
Μας έφερε μια βόλτα
Γύρω τριγύρω από τη γη
Σ' ένα χρυσό βαγόνι
Και γύρω γύρω από τη γη μας
Συναντήσαμε
Τη θάλασσα να κάνει τον περίπατό της
Μαζί με τα κοχύλια της
Με τ' αρωματισμένα της νησιά
Με τα ωραία της ναυάγια
Και με τους καπνιστούς της σολομούς
Και συναντήσαμε
Πάνω απ' τη θάλασσα
Τ' αστέρια που μαζί με το φεγγάρι
Με ιστιοφόρο ταξιδεύανε
Για Ιαπωνία
Κι ακόμα συναντήσαμε τους τρεις σωματοφύλακες*
Που με τα χέρια γύριζαν
Τη μανιβέλα* ενός μικρού υποβρύχιου
Κι εκείνο βυθιζότανε
Ψάχνοντας αχινούς
Κι όταν γυρίσαμε στη γη μας
Συναντήσαμε
Πάνω σ' εκείνη τη γραμμή του σιδηροδρόμου
Ένα σπίτι
Που γύρω από τη γη όλο γύριζε
Και γύρω από τη θάλασσα
Και προσπαθούσε να ξεφύγει απ' το χειμώνα
Που το κυνηγούσε

Αλλά κι εμείς πάνω στο σιδηρόδρομο
Αρχίσαμε να τρέχουμε να τρέχουμε
Πίσω από το χειμώνα
Ώσπου στο τέλος τον πατήσαμε
Κι έτσι το σπίτι πια σταμάτησε να τρέχει
Κι η άνοιξη που ήταν σταθμάρχης
Βγήκε και μας χαιρέτησε
Μας ευχαρίστησε
Και τότε τα λουλούδια όλης της γης
Βαλθήκανε να σπρώχνουν
Από παντού το σιδηρόδρομο
Κι εκείνος πια δεν ήθελε να προχωρήσει
Από το φόβο μήπως τα πατήσει
Κι έτσι κι εμείς
Γυρίσαμε πια πίσω με τα πόδια
Γύρω τριγύρω από τη γη
Γύρω τριγύρω από τη θάλασσα
Και γύρω από τον ήλιο
Το φεγγάρι και τ' αστέρια
Με τα πόδια
Και με τα πόδια και με τ' άλογα και μ' αυτοκίνητα
Και τέλος με ιστιοφόρα.
Ζ. Πρεβέρ, Θέαμα και ιστορίες,
μτφρ. Γιάννης Βαρβέρης, Νεφέλη



                                         Εργασίες μαθητών Γυμνασίου Μελίκης 2013- 2014
                                                                                        Οπτικοποίηση ποιήματος


Γυμνάσιο Μελίκης
Μάθημα : Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας
Διδακτική ενότητα : Ταξιδιωτικά κείμενα - Ζακ Πρεβέρ , " Βγαίνοντας από το σχολειό"
Διδάσκουσα : Γαϊτανίδου Μάγδα

Εργασία : Να αναζητήσετε εικόνες στο https://www.google.gr και να οπτικοποιήσετε το ποίημα ( γιατί άλλωστε η ποίηση είναι εικόνες...)

Σχολικό έτος 2013-2014




























Εργασίες μαθητών Γυμνασίου Μελίκης
Σχολικό έτος : 2012 - 2013















                              


Τετάρτη 20 Νοεμβρίου 2013

Ερωφίλη, Γ. Χορτάτσης




                                       Ερωφίλη , Γ. Χορτάτσης

ΕΡΩ.
Τόσες δεν είναι οι ομορφιές, τόσα δεν είν' τα κάλλη,
μα τούτο εκ την αγάπη σου γεννάται* τη μεγάλη.
Μα γή όμορφή 'μαι γή άσκημη, Πανάρετε ψυχή μου,
για σέναν εγεννήθηκε στον κόσμο το κορμί μου.
ΠΑΝ.
Νερό δεν έσβησε φωτιά ποτέ, βασίλισσά μου,
καθώς τα λόγια τα γροικώ* σβήνουσι την πρικιά* μου.
Μ' όλον ετούτο, αφέντρα μου, μα την αγάπη εκείνη,
που μας ανάθρεψε μικρά, και πλια παρ' άλλη εγίνη
πιστή και δυνατότατη σ' εμένα κι εις εσένα,
και τα κορμιά μας σ'άμετρο* πόθο κρατεί δεμένα,
περίσσα* σε παρακαλώ ποτέ να μην αφήσεις
να σε νικήσει ο βασιλιός, να μ' απολησμονήσεις.
ΕΡΩ.
Oϊμένα*, νά 'βρω δε μπορώ ποιαν αφορμή ποτέ μου
σου 'δωκα στην αγάπη μου φόβο, Πανάρετέ μου,
να πιάνεις τόσα δυνατό, σα να μηδέ γνωρίζεις
το πως το νου και την ψυχή και την καρδιά μου ορίζεις.
Έρωτα, απείς* τ' αφέντη μου τ' αμμάτια* δε μπορούσι
πόσα πιστά και σπλαχνικά τον αγαπώ να δούσι*,
μιαν απού τσι σαΐτες σου φαρμάκεψε και ρίξε
μέσα στα φυλλοκάρδια μου και φανερά του δείξε
με τον πρικύ μου θάνατο πως ταίρι του απομένω,
και μόνο πως για λόγου του στον Άδη κατεβαίνω.
ΠΑΝ.
Τούτο ας γενεί σ' εμένα ομπρός, φόβο κιανένα αν έχω
στον πόθο σου, νεράιδα μου, γή αν έν' και δεν κατέχω
πως μήδ' ο θάνατος μπορεί να κάμει να σηκώσεις
τον πόθο σου από λόγου μου κι αλλού να τόνε δώσεις.
Μα δεν κατέχω ποια αφορμή με κάνει και τρομάσσω,
το πράμα, που στο χέρι μου κρατώ σφικτά, μη χάσω,
κι εκείνο, απού παρηγοριά πρέπει να μου χαρίζει,
τσ' ελπίδες μου τσ' αμέτρητες σε φόβο μού γυρίζει.
ΕΡΩ.
Τούτό 'ναι απού το ξαφνικό μαντάτο που μας δώσα,
μα μην πρικαινομέστανε*, Πανάρετέ μου, τόσα,
γιατί ουρανός, απού 'καμε κι εσμίξαμεν αντάμι*,
να στέκομε παντοτινά ταίρια μάς θέλει κάμει.
Τον ουρανό, τη θάλασσα, τη γη και τον αέρα,
τ' άστρα, τον ήλιο το λαμπρό, τη νύκτα, την ημέρα,
παρακαλώ ν' αρματωθού, να 'ρθουν αντίδικά* μου,
την ώρα οπ' άλλος θέλει μπει πόθος εις την καρδιά μου.
Γ. Χορτάτσης, Ερωφίλη, Στιγμή












Γυμνάσιο Μελίκης
Μάθημα : Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 
Τάξη : Γ' Γυμνασίου
Διδακτική ενότητα : Κρητική Λογοτεχνία , Γ. Χορτάτσης, "Ερωφίλη"
Διδάσκουσα : Γαϊτανίδου Μάγδα

- Να αναζητήσετε το τέλος της Ερωφίλης στην ιστοσελίδα
και να δημιουργήσετε τη δική σας παρουσίαση επενδύοντας με εικόνες από το google.com
ή ακόμη και με μουσική από το 


- Να αναζητήσετε στο google.com  και στα  http://www.nationalgallery.gr/  - http://www.namuseum.gr/  έργα τέχνης ( αγάλματα, ζωγραφικούς πίνακες κ.ά.)  εμπνευσμένα από τον Έρωτα. 






Εργασίες μαθητών Γυμνασίου Μελίκης


http://www.authorstream.com/Presentation/magdagaitanidou-1995315/


http://www.authorstream.com/Presentation/magdagaitanidou-1996034/

http://www.authorstream.com/Presentation/magdagaitanidou-1996041/











Ερμηνευτικά σχόλια

Η Ερωφίλη είναι μία από τις πιο σημαντικές τραγωδίες του κρητικού θεάτρου και της κρητικής λογοτεχνίας στην οποία παρακολουθούμε την ιστορία αγάπης δύο νέων, του Πανάρετου και της Ερωφίλης η οποία περνά δοκιμασίες και εμπόδια. Η τραγωδία αποτελείται από πέντε σκηνές (5θεατρικές πράξεις) και το συγκεκριμένο χωρία αποτελεί απόσπασμα από την 3η πράξη: Οι δύο νέοι συναντώνται ο Πανάρετος εκφράζει φόβο και αγωνία σε περίπτωση που η Ερωφίλη τον αρνηθεί και ακολουθήσει τη γνώμη του πατέρα της που τη θέλει παντρεμένη με κάποιο πλούσιο βασιλιά, ενώ η Ερωφίλη τον διαβεβαιώνει για την απέραντη αγάπη της.

Nοηματικές ενότητες – Πλαγιότιτλοι
1η ενότητα:«Τόσες ... το κορμί μου»: η Ερωφίλη διαβεβαιώνει τον καλό της, τον Πανάρετο πως είναι δική του, πως γεννήθηκε με προορισμό να τον ανταμώσει και να σμίξουν.
2η ενότητα:«Νερό ... να μ’ απολησμονήσεις»: Τα ερωτικά λόγια της Ερωφίλης δρουν ευεργετικά στην ανήσυχη και συνάμα πικραμένη καρδιά του Πανάρετου – Παράκληση προς την αγαπημένη του να μην παρασυρθεί από την πατέρα της και να μην τον ξεχάσει.
3η ενότητα:«Οϊμένα ... κατεβαίνω»: Η Ερωφίλη απορεί για την εσωτερική ανησυχία του Πανάρετου και καλεί τον Έρωτα, τον προστάτη της αγάπης και του ερωτικού πάθους να τη θανατώσει, προκειμένου να πειστεί ο καλός της για το μέγεθος της αγάπης της και της αφοσίωσης στο πρόσωπό του.
4η ενότητα:«Τούτο ... σε φόβο μου γυρίζει»: Ο Πανάρετος είναι σίγουρος για την αγάπη που τρέφει η Ερωφίλη προς το πρόσωπό του·  γι’αυτό και η αγωνία του επικεντρώνεται στην πιθανότητα να την χάσει από τη ζωή του.
5η ενότητα:«Τούτο ’ναι ... καρδιά μου»: Η Ερωφίλη πιστεύει πως αιτία της ανησυχίας του είναι τα ξαφνικά νέα του βασιλιά για τα προξενιά που στέλνουν στην κοπέλα. Η ίδια όμως ορκίζεται αιώνια αγάπη επικαλούμενη τα στοιχεία της φύσης.
Περιεχόμενο
Ύστερα από τα αναπάντεχα νέα για τα προξενιά που στέλνουν στην Ερωφίλη, οι δύο νέοι σμίγουν μέσα σ’ ένα κλίμα μεγάλης χαράς και λαχτάρας. Τα τρυφερά λόγια που απευθύνει η ηρωίδα προς τον αγαπημένο της, καταλαγιάζουν την ανήσυχη ψυχή του Πανάρετου, ο οποίος, ωστόσο, τη θερμοπαρακαλεί να μην τον εγκαταλείψει και να μην τον ξεχάσει. Μπροστά στο απροσδόκητο αυτό ξέσπασμα του Πανάρετου, η ίδια η Ερωφίλη απορεί με τη στάση του και προκειμένου να πείσει τον αγαπημένο της για την αγάπη της και την πίστη της σ’ αυτόν, επικαλείται το θεό Έρωτα να τη χτυπήσει με το βέλος του: ο θάνατος της αξίζει μόνο για χάρη του Πανάρετου. Ο Πανάρετος λοιπόν σίγουρος κι από πριν για την αφοσίωση αυτή εκφράζει την αγωνία του και το φόβο του μήπως τη χάσει, όμως η Ερωφίλη τον διαβεβαιώνει το αντίθετο, αποδίδουν την ταραχή του στα αναπάντεχα νέα. Ο λόγος της κλείνει με την έκφραση της βαθιάς και αγνής αγάπης της προς τον Πανάρετο η οποία δε θα τους χωρίσει ποτέ αλλά δε θα κάνει και την ίδια να κοιτάξει άλλον.
 Νοηματική απόδοση - Xαρακτηρισμός προσώπων
1η ενότητα: Στους στίχους αυτούς ακούμε λόγια που απευθύνει η Ερωφίλη, μια γυναίκα ερωτευμένη, προς τον Πανάρετο, τον αγαπημένο της. Η ίδια ομολογεί την ψυχική ευφορία και ανάταση που γεννάται στην ψυχή και την καρδιά της εξαιτίας της μεγάλης αυτής αγάπης. Η αγάπη αυτή τη ζωογονεί, της δίνει δύναμη, τη γεμίζει με ψυχική ομορφιά που ακόμα κι άσχημη να είναι από άποψη εξωτερική ή ακόμα και όμορφη, δεν έχει σημασία· ο έρωτάς της για τον Πανάρετο είναι τόσο μεγάλος που νιώθει πως την πλημμυρίζει, έχει κατακλύσει την ψυχή της και την κάνει να πιστεύει πως εκείνη γεννήθηκε για να παραδοθεί και να αφοσιωθεί στον αγαπημένο της. Πιστεύει πως από την πρώτη στιγμή της γέννησής της ήταν προορισμένη γι’ αυτόν, σαν να ‘χε προκαθοριστεί η πορεία της από τη μοίρα. Ακούμε λοιπόν τα όμορφα λόγια μιας νεανικής καρδιάς, και μάλιστα ερωτευμένης, λόγια που προσδίδουν στην ατμόσφαιρα του έργου λυρικότητα και συναισθηματική φόρτιση. Η κοπέλα, η Ερωφίλη αποκαλεί τον Πανάρετο «ψυχή μου» για να του εκφράσει τις πιο μύχιες σκέψεις της αλλά και την αγνότητα των αισθημάτων της.
2η ενότητα:Τα τρυφερά ερωτόλογα της κοπέλας βρίσκουν αμέσως απήχηση στην ψυχή του Πανάρετου· δρουν λυτρωτικά και τον κάνουν να ηρεμήσει κάπως, καθώς η λέξη «πρικιά» υποδηλώνει μιαν εσωτερική αναταραχή και μιαν ανησυχία εκ μέρους του. Παρομοιάζει το νερό που σβήνει τη φωτιά με τα λόγια της κοπέλας που κατ’ επέκταση σβήνουν τη φλογισμένη από έρωτα και αγωνία καρδιά του. Αμέσως όμως, ο τόνος του αλλάζει και σιγά σιγά ξετυλίγεται το δράμα που εσωτερικεύει στην ψυχή του: παρ’ όλη την αγάπη που τους δένει από μικρή ηλικία και παρά τα όμορφα και κατευναστικά λόγια που τον απηύθυνε η Ερωφίλη, ο ίδιος την παρακαλεί, και μάλιστα «περίσσα» να μην υπακούσει στις διαταγές του πατέρα της (να παντρευτεί κάποιον άλλον) και να μην τον ξεχάσει. Η δραματική σύγκρουση / πάλη που συντελείται στην καρδιά του ερωτοχτυπημένου νέου είναι μεγάλη και από το σημείο αυτό αρχίζει να διαφαίνεται, για να κορυφωθεί στην 4η ενότητα. Δεν μπορεί να φανταστεί τη ζωή του χωρίς την Ερωφίλη και διαισθανόμενος πιθανόν τα όσα θα ακολουθήσουν και ίσως τις αντιρρήσεις του βασιλιά, προσπαθεί με την παράκληση να την κρατήσει όσο το δυνατόν πιο κοντά του και να τη δεσμεύσει κατά κάποιο τρόπο.
3η ενότητα:Η Ερωφίλη απευθύνοντάς του το λόγο χρησιμοποιεί τη λέξη «Οϊμένα», λέξη που φανερώνει τόσο την έκπληξη όσο και τη μεγάλη λύπη της γι’ αυτά που άκουσε. Ποτέ στο παρελθόν δεν είχε αναλογιστεί το πόσο υποφέρει ο Πανάρετος ούτε βέβαια και η ίδια, καθώς ομολογεί, του είχε δώσει δικαίωμα να αμφιβάλλει για την αγάπη της και για το πόσο σταθερή είναι αυτή. Μοιάζει να απορεί με τα λόγια του Πανάρετου εκφράζοντας την άποψη πως τα όσα λέει, τα λέει σαν να είναι κά-ποιος που δε γνωρίζει ούτε την ίδια ούτε τα αισθήματά της. Με τα λόγια «σα να μηδέ γνωρίζεις το πως το νου και την ψυχή και την καρδιά μου ορίζεις» έμμεσα του επιβεβαιώνει πως ο νους, η ψυχή και την καρδιά της είναι δοσμένα σ’ αυτόν. Το μυαλό της κυριεύεται από τον Πανάρετο και οι παλμοί της καρδιάς της κτυπούν μόνο γι’ αυτόν· ο ίδιος το γνωρίζει, γι’ αυτό και στο συγκεκριμένο σημείο εκπλήσσεται με τη στάση του. Μπροστά λοιπόν σ’ αυτήν την έκπληξη που εισπράττει ηΕρωφίλη κι από τη στιγμή που δε μπορεί να πείσει διαφορετικά τον Πανάρετο για το μέγεθος και την έκταση του έρωτά της, επικαλείται τον Έρωτα. Ο Έρωτας εδώ έξοχα παρουσιάζεται από τον ποιητή προσωποποιημένος ως ο εγγυητής και ο προστάτης της αιώνιας αγάπης. Η Ερωφίλη του απευθύνει το λόγο, σε β΄ ενικό πρόσωπο, σαν να μιλά σε πρόσωπο υπαρκτό και τον παρακαλεί να τη θανατώσει με μια φαρμακερή σαϊτα του, προκειμένου να αποδείξει στον Πανάρετο πως ο θάνατος για χάρη του αξίζει τον κόπο. Η έκφραση της πάναγνης και αιώνιας αγάπης αγγίζει εκ μέρους της Ερωφίλης τα όρια της θυσίας και μάλιστα με οποιοδήποτε κόστος ακόμη και με τίμημα την απώλεια της ζωής. Η επίκληση στον Έρωτα διασφαλίζει την αγνότητα και εγκυρότητα / αλήθεια των αισθημάτων της Ερωφίλης ενώ το περιεχόμενο του λόγου της αποδίδει με γλαφυρό τρόπο και τη δική της συναισθηματική φόρτιση και ένταση.
4η ενότητα: Ωστόσο ο Πανάρετος τη διαβεβαιώνει πως είναι πεπεισμένος για τα αισθήματά της και γνωρίζει πως ακόμα και ο θάνατος δε μπορεί να διώξει από την καρδιά της τον πόθο που τρέφει για εκείνον.Ο πόθος της είναι ισχυρός και το γνωρίζει. Ο ίδιος αποκαλεί την αγαπημένη του όχι με το όνομα της, Ερωφίλη αλλά «νεράϊδα», όπως ακριβώς προηγουμένως η Ερωφίλη τον προσφώνησε «ψυχή μου». Με τη λέξη νεράιδα στο συγκεκριμένο σημείο, υποδηλώνει την ομορφιά και την αέρινη αίσθηση που αποπνέει η Ερωφίλη που γι’ αυτόν μοιάζει με οπτασία, με πραγματική νεράιδα. Η προσφώνηση αυτή, όπως και προηγουμένως η αντίστοιχη της Ερωφίλης, προσδίδουν τρυφερότητα στο λόγο και αποκαλύπτουν την πιο σημαντική διάσταση του έρωτά τους: ο έρωτας είναι ένωση ψυχών, πνευματικός σύνδεσμος, ασίγαστη αγάπη κι όχι απλά επιφανειακό αίσθημα. Γι’ αυτό και συνεχίζοντας το λόγο του ο Πανάρετος αποκαλύπτει στους επόμενους στίχους όλο το μέγεθος της αγωνίας του, γεγονός που οδηγεί τη δραματική ένταση της σκηνής στην κορύφωσης της: αυτό που τον τρομάζει δεν είναι η αμφιβολία του για την αμοιβαιότητα των αισθημάτων της αγαπημένης του· γι’ αυτά είναι σίγουρος· το μόνο που τον ανησυχεί είναι ο φόβος μην την χάσει από τη ζωή του κι ενώ μέχρι τώρα του προσφέρει ελπίδες και προσδοκίες για το μέλλον με την παρουσία της φοβάται μήπως οι ελπίδες αυτές κατα-στραφούν / διαλυθούν μόλις φύγει.
5η ενότητα: Η Ερωφίλη με μεγαλύτερη ψυχραιμία σε σχέση με τον αγαπημένο της αποδίδει την αιτία της αγωνίας και του φόβου που έχει κυριεύσει την ψυχή του στις ξαφνικές ειδήσεις σχετικά με τα προξενιά που τις στέλνουν. Είναι φυσικό ο Πανάρετος να αναστατώθηκε, ωστόσο η ίδια τον προτρέπει να μη στεναχωριέται τόσο γιατί από τη στιγμή που ενώθηκαν και έσμιξαν, η αγάπη που τους δένει θα είναι αιώνια και θα τους προστατεύει, ώστε να μη χωρίσουν. Η Ερωφίλη απευθύνεται τρυ-φερά στον αγαπημένος της και άμεση φροντίδα της έχει να τον καθησυχάσει για άλλη μια φορά· για το λόγο αυτό επιστρατεύει την πίστη της στην αιώνια αγάπη αυτή που κρατάει για πάντα, ασίγαστη φλόγα και αέναο πάθος. Εδώ ο ποιητής βάζει στα λόγια της ηρωίδας του τον ύμνο της αγάπης που βρίσκει απήχηση σ’ όλες τις ψυχές εκείνων που αγαπούν και ελπίζουν. Η Ερωφίλη πιστεύει στην αγάπη της, πιστεύει στο δεσμό που έχει αναπτυχθεί μεταξύ τους και δίνει υπόσχεση στον Πανάρετο πως θα είναι για πάντα μαζί, κάτι βέβαια που το πιστεύει ενδόμυχα κι ο ίδιος αλλά περιμένει να το ακούσει κι από την ίδια. Για να κάνει ακόμα πιο ισχυρό το λόγο της και πιο αληθινό, επικαλείται τα στοιχεία της φύσης (τον ουρανό, τη θάλασσα, τη γη, τον αέρα, τα αστέρια, τον ήλιο, τη νύχτα, την ημέρα) και εύχεται να έρθουν να την τιμωρήσουν σε περίπτωση που αθετήσει την υπόσχεσή της και πάει με κάποιον άλλον. Παρατηρούμε πως τα στοιχεία της φύσης προσωποποιούνται από τον ποιητή, αναλαμβάνουν το ρόλο του τιμωρού και του δικαστή, παίρνουν ανθρώπινες διαστάσεις και ιδιότητες, προκειμένου να συνδράμουν το λόγο της ηρωίδας και να ενισχύσουν το αληθινό περιεχόμενο των όσων λέει. Με τη λέξη ν’ αρματωθούν δημιουργείται στο μυαλό μας αλλά και στο μυαλό της ηρωίδας η εικόνα μιας μάχης όπου τα στοιχεία της φύσης με όπλα την ακατανίκητη δύναμή τους προσμετρώνται με τη συνείδηση της κοπέλας. Η κατάλληλη τοποθέτηση των λέξεων, τα ασύνδετα και γενικά ο όλος παρακλητικός τόνος δημιουργούν ζωηρές λεκτικές εντυπώσεις μέσα από τις οποίες ο αναγνώστης μπορεί να αναπαραστήσει με τη φαντασία του ανάλογες σκηνές. Η Ερωφίλη πιστεύει στη μεγάλη δύναμη που εκπέμπουν τα στοιχεία της φύσης και επικαλείται αυτά προκειμένου να αναδείξει για ακόμα μια φορά το κύρος και τη σοβαρότητα του λόγου της, ο οποίος έχει ως βασικό του κίνητρο την αμέριστη και αμερόληπτη αγάπη προς το πρόσωπο του Πανάρετου.

Γλώσσα
Γλώσσα του αποσπάσματος είναι η δημοτική με χαρακτηριστικούς τους ιδιωματισμούς του κρητικού ιδιώματος που κάνει αισθητή την παρουσία του σ’ όλη την έκταση του αποσπάσματος και προσδίδει χάρη και παραστατικότητα στο διάλογο των δύο (2) ερωτευμένων νέων.
Ύφος / Mορφή
Το ύφος του αποσπάσματος είναι θεατρικό, γοργό, ζωηρό μέσα από τις διαλογικές σκηνές, την προσωποποίηση του θεού Έρωτα και των φυσικών στοιχείων. Μέσα από τις τρυφερές εκφράσεις που ανταλλάσσουν οι δύο νέοι γίνεται λυρικό σε ορισμένα σημεία για να εκφράσει καίρια το βάθος των συναισθημάτων τους. Κυρίως όμως είναι δραματικό και αυτό διαφαίνεται μέσα από την ψυχική ένταση που βιώνουν οι δύο ήρωες, γεγονός που προσδίδει δραματικότητα στην ερωτική αυτή ατμόσφαιρα.
Στιχουργική ανάλυση
Ο στίχος είναι ιαμβικός 15σύλλαβος με ομοιοκαταληξία ζευγαρωτή η οποία δεν ξεφεύγει πουθενά αλλά συνοδεύει το απόσπασμα από την αρχή του ως το τέλος.




Τρίτη 19 Νοεμβρίου 2013

Ερωτόκριτος, Β. Κορνάρος




ΒΙΤΣΕΝΤΖΟΣ ΚΟΡΝΑΡΟΣ  Βιογραφικό σημείωμα [πηγή: e-Alexandria. Η ελληνική Γραμματεία στον υπολογιστή σας]
Ερωτόκριτος  Β. Κορνάρος, «Ερωτόκριτος» [πηγή: Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού] Νίκος Μαμαγκάκης, «Ερωτόκριτος»  (ηχητικά αποσπάσματα) [πηγή: Ελληνική Μουσική Βιβλιοθήκη www.musicale.gr.]
Τα δύο επιλεγμένα αποσπάσματα από τον Ερωτόκριτο, το πιο γνωστό και δημοφιλές έργο της κρητικής λογοτεχνίας, προέρχονται από το τρίτο και τέταρτο μέρος του ποιήματος. Το πρώτο απόσπασμα τοποθετείται στη μέση περίπου του έργου και θίγει το πρόβλημα της κοινωνικής διαφοράς ανάμεσα στην οικογένεια της Αρετούσας και του Ερωτόκριτου. Έχουν προηγηθεί ο έρωτας του Ερωτόκριτου και η ανταπόκριση της Αρετούσας (Α' Μέρος), καθώς και το κονταροκτύπημα και η νίκη του Ερωτόκριτου (Β' Μέρος). Μετά τη νίκη το αίσθημα των δύο νέων γίνεται σφοδρότερο, αρχίζουν οι ερωτικές συνομιλίες τους στο δώμα του παλατιού, οι οποίες οδηγούν στην κοινή απόφαση να παρακαλέσει ο Ερωτόκριτος τον πατέρα του να μιλήσει στο βασιλιά για το γάμο. O πατέρας του Ερωτόκριτου Πεζόστρατος, παρά τις αντιρρήσεις του, πείθεται και τολμά, με σύνεση και διστακτικότητα, να μιλήσει στο βασιλιά, όμως εκείνος τον διώχνει από το παλάτι με ύβρεις και απειλές. Δίνει επίσης διαταγή να εξοριστεί ο Ερωτόκριτος, ο οποίος με σπαραγμό ψυχής αποχαιρετά την αγαπημένη του, τον τόπο του και τους δικούς του, και πηγαίνει στην Έγριπο. Στο τέταρτο μέρος, ο βασιλιάς επιμένει να παντρέψει την κόρη του με το βασιλόπουλο του Βυζαντίου, η Αρετούσα αρνείται και ο πατέρας της τη φυλακίζει. Ενώ μπαίνει ο τέταρτος χρόνος από τη φυλάκιση της Αρετούσας, ο βασιλιάς των Βλάχων εισβάλλει στο βασίλειο των Αθηνών, παρουσιάζεται όμως ο Ερωτόκριτος, αγνώριστος, μαυρισμένος από ένα μαγικό υγρό, και σώζει την Αθήνα, τόσο με τα ανδραγαθήματά του όσο και με την τελική μονομαχία του με τον Άριστο, το καλύτερο παλικάρι των Βλάχων. Το δεύτερο απόσπασμα έχει επικό χαρακτήρα και είναι η αρχή της δικαίωσης του Ερωτόκριτου, η οποία θα οδηγήσει σταδιακά στο ευτυχισμένο τέλος, στο γάμο των δύο νέων και στην ανάληψη της βασιλείας.







895





900




905




910






915





920




925




930




935





1005




1010




1015




1020




1025




1030




1035
[Γ. 891-936. Διάλογος ρήγα Ηράκλη και Πεζόστρατου]
ΠOΙΗΤΗΣ
Εκείνη η μέρα επέρασε κι η άλλη ξημερώνει
κι ο κύρης* του Ρωτόκριτου γλυκαίνει και μερώνει
δε θέλει πλιο* να καρτερεί κι ο γιος του να 'χει κρίση
*μα εβάλθηκε την προξενιάν ετούτη να μιλήσει.
Επήγεν εις του βασιλιού να τόνε δικιμάσει
κι ελόγιαζεν από μακρά με ξόμπλια* να τον πιάσει·
αγάλια αγάλια αρχίνισεν αποκοτιά* να παίρνει
και μια και κι άλλη αθιβολήν* αλλοτινή του φέρνει.

ΠΕΖOΣΤΡΑΤOΣ
Λέγει: «Στους παλαιούς καιρούς, που 'σα μεγάλοι αθρώποι*,
τα πλούτη και βασίλεια εκράζουντάνε κόποι,
'πειδή ετιμούσανε πολλά της αρετής τη χάρη
παρά τσι χώρες, τσ' αφεντιές, τα πλούτη, το λογάρι*,
κι εσμίγασι τα τέκνα τως οι αφέντες οι μεγάλοι
με τους μικρούς οπού 'χασι γνώση, αντρειά και κάλλη.
Όλα τα πλούτη κι οι αφεντιές* εσβήνουν και χαλούσι
και μεταλλάσσουν, κι οι καιροί συχνιά τα καταλούσι*,
μα η γνώση εκεί που βρίσκεται και τσ' ευγενιάς τα δώρα
ξάζου* άλλο παρά βασιλειά, παρά χωριά και χώρα·
ουδ' ο τροχός δεν έχει εξάν*, ως θέλει να γυρίσει,
τη γνώση και την αρετή ποτέ να καταλύσει».

ΠOΙΗΤΗΣ
Κι ήφερνε ξόμπλια απόμακρα, πράματα περασμένα
και καταπώς του σάζασι* τα 'λεγεν έναν ένα.
Με τούτες τες παραβολές αγάλια αγάλια σώνει*
εις το σημάδι το μακρύ κι ήρχισε να ξαμώνει*.
Αποκοτά δυο τρεις φορές να το ξεφανερώσει
κι οπίσω τον εγιάγερνε* κι εκράτειέ τον η γνώση.
Στο ύστερον ενίκησεν η αγάπη του παιδιού του
και φανερώνει τα κουρφά* και τα χωστά* του νου του·
μα ως ενεχάσκισε* να πει την προξενιά του γάμου,

ΒΑΣΙΛΙΑΣ
του λέγει ο ρήγας: «Πήγαινε και φύγε από κοντά μου!
Πώς εβουλήθης κι είπες το, λωλέ, μισαφορμάρη*,
γυναίκα του ο Ρωτόκριτος την Αρετή να πάρει;
Φύγε το γληγορύτερο και πλιο* σου μην πατήσεις
εις την αυλή του παλατιού και κακοθανατίσεις.
Γιατί σε βλέπω ανήμπορο, γιαύτος* δε σε ξορίζω,
μα ο γιος σου μην πατήσει πλιο σ' τσι τόπους οπ' ορίζω.
Τέσσερις μέρες κι όχι πλια* του δίδω να μισέψει*,
τόπους μακρούς κι αδιάβατους ας πάγει να γυρέψει
και μην πατήσει ώστε να ζω στα μέρη τα δικά μου,
αλλιώς του δίδω θάνατο για χάρισμα του γάμου.
Κι εκείνο που αποκότησες κι είπες τούτη την ώρα
μη γροικηθεί*, μην ακουστεί σ' άλλο εδεπά* στη χώρα
και κάμω πράμαν εις εσέ οπού να μη σ' αρέσει,
να τρέμου όσοι τ' ακούσουνε κι εκείνοι οπού το λέσι.
Δε θέλω πλιο να σου μιλώ· στο ρήγα δεν τυχαίνει
τα τόσα να πολυμιλεί· κι απόβγαλ' τον* να πηαίνει».

[Δ. 1003-1038. Μάχη Αθηναίων και Βλάχων]
Ανακατώνεται ο λαός και τα φουσάτα* σμίγου,
μα 'τον ακόμη σκοτεινά και δεν καλοξανοίγου*.
Δίδου αναπνιά στα βούκινα*, τσι σάλπιγγες φυσούσι,
πάγει η λαλιά στον ουρανό, τα νέφη αντιλαλούσι.
Με τη βαβούρα* την πολλή και κτύπους των αρμάτω
εγροίκησε* ο Ρωτόκριτος, γιατί δεν εκοιμάτο,
κι ο λογισμός της Αρετής ολίγο τον αφήνει
να κοιμηθεί, γιατί αγρυπνά σ' τσ' αγάπης την οδύνη.
Άλλο μαντάτο να του που δε στέκει ν' ανιμένει*,
με σπούδα* εκαβαλίκεψε, στον κάμπο κατεβαίνει.
Σαν όντεν* είν' καλοκαιριά, μέρα σιγανεμένη,
και ξάφνου ανεμοστρόβιλος από τη γην εβγαίνει,
με βροντισμό και ταραχή τη σκόνη ανεσηκώσει
και πάγει τη τόσο ψηλά, οπού στα νέφη σώσει,
έτσι κι όντεν εκίνησε με τέτοια αντρειά επορπάτει,
οπού βροντές και σκονισμούς κάνει στο μονοπάτι.
Μ' έτοια μεγάλη μάνηταν ήσωσε* στο φουσάτο,
οπού όποιος κι αν εγλίτωκε με φόβο το εδηγάτο.
Εισέ καιρό ο Ρωτόκριτος ήσωσε στο λιμνιώνα*,
που οι Αθηναίοι εφεύγασι κι οι Βλάχοι τσ' εζυγώνα·
με φόβον εγλακούσανε*, βοήθεια δεν ευρίσκα
κι οι οχθροί τως τους εδιώχνασι κι αλύπητα εβαρίσκα.
Κι ωσά λιοντάρι όντε πεινά κι από μακρά γροικήσει
κι έρχεται βρώμα* οπού 'πασκε* να βρει να κυνηγήσει
κι εις την καρδιά κινά, ως το δει, η πεθυμιά τη μάχη,
τρέχει ζιμιόν* απάνω του κι αγριεύει σαν του λάχει·*
φωτιά πυρή στα μάτια του ανεβοκατεβαίνει,
καπνός απ' τα ρουθούνια του μαύρος βραστός εβγαίνει,
αφροκοπά το στόμα του, το κούφος* του μουγκρίζει,
ανασηκώνει την ορά*, τον κόσμο φοβερίζει,
κατακτυπούν τα δόντια του και το κορμί σπαράσσει,
αναχεντρώνουν* τα μαλλιά και τρέχει να το πιάσει·
εδέτσι* εξαγριεύτηκε για τα κακά μαντάτα
κι ωσάν αϊτός επέταξε κι εμπήκε στα φουσάτα.
Βλάχοι, κακό το πάθετε εις τό σας ηύρε αφνίδια,
εδά 'ρθασι τ' απαρθινά* κι επάψαν τα παιγνίδια!
Β. Κορνάρος, Ερωτόκριτος, Ερμής
                                        Από το Ψηφιακό Σχολείο


Ας ακούσουμε τον " Ερωτόκριτο" από τον Ν. Ξυλούρη :



Αλλά και από τους ΧΑΪΝΗΔΕΣ







77 καλλιτέχνες τραγουδούν ...






" Ο Έρωτας κι η Ψυχή"







Γυμνάσιο Μελίκης
Μάθημα : Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας
Διδακτική ενότητα : Κρητική Λογοτεχνία - Β. Κορνάρος , "Ερωτόκριτος"
Τάξη : Γ Γυμνασίου


Εργασίες μαθητών Γυμνασίου Μελίκης















Ερμηνευτικά σχόλια

Ο Ερωτόκριτος αποτελεί ίσως το καλύτερο, το πιο σημαντικό έργοτης κρητικής λογοτεχνίας. Ποιητής και δημιουργός του ο Βιντσέτζος Κορνάρος. Μέσα από το πολύστιχο αυτό αφηγηματικό ποίημα προβάλλεται η δοκιμασία της αγάπης δύο νέων, του Ερωτόκριτου και της Αρετούσας μέχρι την ευτυχή κατάληξή της, δηλαδή το γάμο. Παράλληλα με τον κεντρικό αυτό θεματικό πυρήνα που αναδεικνύει την αγάπη και τον έρωτα ως ακατανίκητες δυνάμεις, μέσα από τους στίχους προβάλλεται και η αξία της ανδρείας, της τόλμης και του υψηλού φρονήματος. Ο τόπος στον οποίο διαδραματίζονται τα γεγονότα είναι η Αθήνα. Το 1ο απόσπασμα αναφέρεται στην προσπάθεια του Πεζόστρατου, πατέρα του Ερωτόκριτου, να ζητήσει το χέρι της Αρετούσας, εκ μέρους του γιου του από τον ίδιο τον πατέρα της και η άρνηση του βασιλιά Ηράκλη,εξαιτίας της κοινωνικής διαφοράς ανάμεσα στις δύο οικογένειες. Το 2ο απόσπασμα παρουσιάζει με επικό και γλαφυρό τρόπο τον πολεμική αναταραχή που επικρατούσε στην Αθήνα, εξαιτίας της εισβολής και επίθεσης του βασιλιά των Βλάχων αλλά και την απαράμιλλη και αγέρωχη παρουσία του Ερωτόκριτου που εμφανίζεται την κατάλληλη στιγμή για να σώσει την κατάσταση.

Nοηματικές ενότητες – Πλαγιότιτλοι
1η ενότητα:«Εκείνη η μέρα ... αλλοτινή του φέρνει»: Απόφαση του Πεζόστρατου να ζητήσει το χέρι της Αρετούσας εκ μέρους του Ερωτόκριτου και να μιλήσει στον πατέρα της, βασιλιά Ηράκλη.
2η ενότητα:«Στους παλαιούς ... καταλύσει»: Ο Πεζόστρατος εκφράζει τις απόψεις του σχετικά με τα πλούτη: αυτό που έχει διαχρονική αξία και καταξιώνει έναν άνθρωπο δεν είναι τόσο τα πλούτη όσο η γνώση, η αρετή και η ανδρεία του.
3η ενότητα:«κι ήφερνε ... να πει την προξενιά του γάμου»: Δισταγμός του Πεζόστρατου να φανερώσει το προξενιό και η τελική απόφασή του να το αποκαλύψει στο βασιλιά Ηράκλη.
4η ενότητα:«Πήγαινε ... να πηγαίνει»: Κατηγορηματική άρνηση του βασιλιά Ηράκλη, διωγμός του Πεζόστρατου, εξορία του Ερωτόκριτου.

Νοηματική απόδοση - Xαρακτηρισμός προσώπων
1η ενότητα: Στην 1η αυτή νοηματική ενότητα εμφανίζεται να μιλά ο ίδιος ο ποιητής ο οποίος παρεμβαίνει σε καίρια σημεία ώστε να εξασφαλίσει την εύκολη μετάβαση από τη μια σκηνή στην άλλη. Μας δίνει πληροφορίες για το σημείο της δράσης στο οποίο βρισκόμαστε καθώς και για τις σκέψεις και τα συναισθήματα των ηρώων, ώστε να κατανοήσουμε καλύτερα τα όσα συμβαίνουν. Με τον 1ο στίχο ο ποιητής μας ενη-μερώνει για το χρόνο (εκείνη η μέρα επέρασε κι άλλη ξημερώνει). Η καινούρια μέρα πάντα φέρνει κάτι το διαφορετικό, το πιο ελπιδοφόρο και αισιόδοξο, γι’ αυτό και ο πατέρας του Ερωτόκριτου, παρά την αρχική άρνησή του για το προξενιό, τώρα παρουσιάζεται πιο ήπιος και πιο διαλλακτικός (γλυκαίνει και μερώνει). Η αλλαγή της στάσης του, όπως μας δηλώνει ο ποιητής, οφείλεται στη σκέψη ότι ο γιος του ο Ερωτόκριτος ταλαιπωρείται ψυχικά και βασανίζεται. Μπροστά στη σκέψη αυτή που κάνει και τον ίδιο δυστυχισμένο, αποφασίζει να πάει στο βασιλιά Ηράκλη και να του μιλήσει. Οι λέξεις αγάλια αγάλια / αθιβολήν αλλοτινή χρησιμοποιούνται από τον ποιητή για να επισημάνουν την έλλειψη πραγματικού θάρρους που διακρίνει τον Πεζόστρατο, έλλειψη που θα τον αναγκάσει να μιλήσει όχι με άμεσο τρόπο παρά έμμεσα, μέσα από παράδειγμα. Ο Πεζόστρατος μοιάζει να θέλει να καθυστερήσει τα όσα θα πει στον Ηράκλη, φοβούμενος και την αντίδρασή του, γι’ αυτό και τα όσα θα πει παρακάτω (2η ενότητα) προλογίζουν ουσιαστικά την ανακοίνωσή του.
2η ενότητα:Ο ποιητής μέσα σε εισαγωγικά μας παρουσιάζει το μονόλογο που απευθύνει ο Πεζόστρατος στον Ηράκλη: Ο πατέρας του Ερωτόκριτου, θέλοντας και επιδιώκοντας να δημιουργήσει ευμενές έδαφος και να εξασφαλίσει για το γιο του την ευνοϊκή διάθεση του βασιλιά, αρχίζει το λόγο του με την άποψη ότι τα παλαιότερα χρόνια οι άνθρωποι δεν έδιναν τόσο μεγάλη σημασία στα πλούτη· στη συνείδησή τους μεγαλύτερη αξία είχε η χάρη της αρετής, υπονοώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τόσο την ηθική αρετή όσο και την ανδρεία / το θάρρος· γι’ αυτό και οι βασιλιάδες (οι αφέντες οι μεγάλοι) συναινούσαν και έδιναν τη συγκατάθεσή τους για γάμους από διαφορετικές κοινωνικές ομάδες· δεν ενδιαφέρονταν να έχουν οι γαμπροί τους αντίστοιχα πλούτη και δύναμη, γιατί αυτό που μετρούσε ήταν η γνώση, η ανδρεία και η ομορφιά(εσωτερική και εξωτερική). Μέσα από τα λόγια αυτά ο νους μας δεν μπορεί να μη στραφεί στον ίδιο τον Ερωτόκριτο ο οποίος διαθέτει ηθικές αρετές, γνώση και τόλμη αλλά προέρχεται από μια ταπεινή και φτωχή οικογένεια. Από το παρελθόν ο Πεζόστρατος κινείται ξαφνικά στο παρόν, για να διατυπώσει μιαν άποψη με διαχρονική ισχύ και αξία: όλα τα πλούτη και οι εξουσίες κάποτε χάνονται (εσβήνουν και χαλούσι), είναι πράγματα εφήμερα που κανείς δε μπορεί να εγγυηθεί για την ύπαρξή τους και στο μέλλον· αυτό που μένει τελικά αναλλοίωτο στο χρόνο είναι «η γνώση», και «τσ’ ευγενιάς τα δώρα» εννοώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τις ψυχικές αρετές του ανθρώπου και το μεγαλείο και την ομορφιά της ψυχής του που μεταφορικά ονομάζονται δώρα. Για να ενισχύσει μάλιστα την άποψή του τονίζει πως ούτε και η ακατανίκητη δύναμη της μοίρας, που την ονομάζει τροχό, δε μπορεί να εξουσιάσει τη γνώση και την αρετή. Επομένως, η αξία τους είναι ανεξίτηλη και όποιος είναι προικισμένος μ’ αυτά τα δύο στοιχεία είναι πραγματικά ευτυχισμένος. Η εικόνα του Ερωτόκριτου για ακόμα μια φορά μας έρχεται στο νου.
3η ενότητα:Ο ποιητής λειτουργώντας ως μεσολαβητής μας αποκαλύπτει τις ενέργειες του Πεζόστρατου που ακολούθησαν ύστερα από το λόγο που ακούσαμε να απευθύνει στη 2η ενότητα. Είναι χαρακτηριστική η πρόθεση του πατέρα του Ερωτόκριτου να καθυστερήσει την ανακοίνωση που έχει να κάνει στον Ηράκλη σχετικά με το προξενιό κι αυτό ο ποιητής μας αφήνει να το συμπεράνουμε μέσα από λέξεις όπως:«ξόμπλια απόμακρα, πράματα περασμένα, εις το σημάδι άρχισε να ξαμώνει». Οι ενδοιασμοί του αποκαλύπτονται μέσα από το στίχο «κι οπί-σω ... η γνώση». Τελικά όμως, όπως δηλώνει ο ποιητής – αφηγητής, η αγάπη για τον Ερωτόκριτο και για τη δυστυχία της καρδιάς του της πολύπαθης νικήσανε οποιουσδήποτε φόβους του Πεζόστρατου και τόλμησε να φανερώσει στο βασιλιά το προξενιό του γάμου.
4η ενότητα:Η αντίδραση του βασιλιά Ηράκλη μπροστά στα όσα του λέει ο Πεζόστρατος είναι άμεση και κατηγορηματική. Τον διατάζει να φύγει από κοντά του, υποδηλώνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο ότι η απάντησή του είναι αρνητική πέρα για πέρα. Ο ίδιος δε μπορεί να καταλάβει πώς ο Πεζόστρατος σκέφτηκε κάτι τέτοιο και πώς πήρε την πρωτοβουλία τη σκέψη του αυτή να τη συμμεριστεί μαζί του. Ο Ερωτόκριτος σε καμιά περίπτωση δε μπορεί να παντρευτεί την Αρετούσα. Στο συγκε-κριμένο σημείο διαφαίνεται καθαρά μέσα από τα λόγια του βασιλιά Ηράκλη η επικρατούσα αντίληψη της εποχής για τις κοινωνικές τάξεις και ομάδες: τα ανώτερα και ανώτατα κοινωνικά στρώματα που διακρίνονταν για τον πλούτο, την τρυφηλότητα και τις υλικές ανέσεις διαχωρίζονταν από τα κατώτερα στρώματα που διακρίνονταν για τη φτώχεια και την προσπάθεια για καθημερινή βιοπάλη. Συναναστροφές μεταξύ των στρωμάτων θεωρούνταν ανεπίτρεπτες και σε καμιά περίπτωση δε μπορούσε ένας φτωχός να παντρευτεί μια πλούσια κοπέλα. Η άρνηση του Ηράκλη αντικατοπτρίζει τις κυρίαρχες πεποιθήσεις της εποχής οι οποίες, ωστόσο, διατηρούνται ακόμα και σήμερα στη νοοτροπία πολλών ανθρώπων. Έτσι, ο Ηράκλης οργισμένος από το τόλμημα του Πεζόστρατου τον διώχνει και μάλιστα δίνει εντολή
να εξοριστεί ο Ερωτόκριτος , ενώ παράλληλα παρουσιάζει και τους όρους της σκληρής του εξορίας: τέσσερις μέρες δίνονται στον Ερωτόκριτο ως προθεσμία για ν’ απομακρυνθεί και τον προειδοποιεί με θάνατο σε περίπτωση που πλησιάσει έδαφος του βασιλιά. Παρατηρούμε λοιπόν πως η δοκιμασία στην οποία καλείται να υποβληθεί ο Ερωτόκριτος είναι μεγάλη. Η πονεμένη και ερωτευμένη του καρδιά που αποζητούσε την Αρετούσα ήταν αυτή που τον παρακίνησε να ζητήσει από τον πατέρα του να κοινοποιήσει τις προθέσεις του και τώρα πάλι η ερωτευμένη του καρδιά που δεν ησυχάζει τον βάζει πάλι σε δοκιμασία. Καθώς ο λόγος του βασιλιά κυλά προστάζει ακόμα τον Πεζόστρατο να μην ανακοινώσει πουθενά αυτό το προξενιό και στο τέλος του λόγου του φανερά εξοργισμένος και αναστατωμένος με την πρόταση του Πεζόστρατου τον διώχνει από το παλάτι.

Γλώσσα
Η γλώσσα είναι η δημοτική με έντονη την παρουσία του κρητικού ιδιώματος σ’ όλο το απόσπασμα.
Ύφος / Mορφή
Eπισημαίνουμε στο λόγο ζωηρότητα και ζωντάνια και προσδίδεται στο ύφος αμεσότητα, οικειότητα αλλά και γοργός ρυθμός. Η αφήγηση γίνεται σε γ’ ενικό πρόσωπο από έναν αφηγητή – παντογνώστη παρατηρητή που γνωρίζει ακόμα και τις σκέψεις και τα συναισθήματα των ηρώων του. Στο ποίημα εναλλάσσεται η απρόσωπη αφήγηση με το διάλογο ανάμεσα στον Πεζόστρατο και τον Ηράκλη. Ακόμα όμως κι όταν ακούμε το διάλογο κι ενώ τα λόγια των ηρώων μεταφέρονται σε α΄ πρόσωπο, η ύπαρξη των εισαγωγικών κάνει φανερή την παρουσία του αφηγητή – ποιητή που διακριτικά παρεμβαίνει και σχολιάζει τα όσα διαδραματίζονται.
 Στιχουργική
Ο στίχος είναι ιαμβικός 15σύλλαβος με ομοιοκαταληξία ζευγαρωτή.
Σχήματα Λόγου : Να βρείτε :
  1. Μεταφορά: ………………………………………………………………..
  2. Σύγκριση- αντίθεση : ……………………………………………………..
  3. Ασύνδετο και παρατακτικό σχήμα : ………………………………………